ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ

_Thumbnail_Animated Gifs_Arrows_3D_ARROWD-B.ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ

 

Η φράση του Σόλωνος «Γηράσκω δ’ αεί πολλά διδασκόμενος» στριφογυρίζει πάντα στο νου μου, κάθε φορά που κάτι καινούργιο έρχεται να προστεθεί στις πεπερασμένες γνώσεις μου, για να επιβεβαιώσει με τον πλέον πανηγυρικό και σαρκαστικό τρόπο το σωκρατικό «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα»!

Λοιπόν, μόλις πρόσφατα αντιλήφθηκα πως το χωριό «Χρυσό» (Αμφίσσης), που αναφέρεται στο γνωστό δημοτικό τραγούδι «Μαρία Πενταγιώτισσα»[1], δεν ορθογραφείται έτσι, αλλά (από το 1984 και δώθε) γράφεται… «Χρισσό», μιας και (πολύ σωστά) θεωρήθηκε ότι το όνομά του σχετίζεται με την ομηρική πόλη «Κρίσα», που βρισκόταν στην ίδια περίπου θέση από τον 14ο π.Χ. αιώνα. Η Κρίσα, αιώνες αργότερα, απόκτησε  ένα ακόμα σίγμα και έγινε «Κρίσσα» ( > Κρισσό > Χρισσό) λόγω της εσφαλμένης μεταφοράς του ονόματός της στην ελληνική από το λατινικό «Chrisso» που αναφερόταν σε παλιούς χάρτες. Ωστόσο, παραδεχόμενος την άγνοιά μου, ομολογώ πως αν διάβαζα σε κάποια διασταύρωση της επαρχίας Δωρίδας πινακίδα αναγράφουσα «Προς Χρισσό», μάλλον θα λοιδωρούσα τον άγνωστο γραφέα για καλπάζουσα ανορθογραφία, κάτι που δεν είναι βέβαια τόσο ασυνήθιστο αφού η σήμανση του οδικού δικτύου στην ελληνική επικράτεια βρίθει βαρβαρισμών.

Εύλογα θα μπορούσατε να αναρωτηθείτε τί δουλειά είχα και πώς έφθασα στο Χρισσό Αμφίσσης – στους πρόποδες του Παρνασού – και γιατί από εκεί ανέβηκα στα Βαρδούσια, στην Πενταγιού, το χωριό της πολυτραγουδισμένης Μαρίας Πενταγιώτισσας! Μην ταράζεστε! Από κεκτημένη περιηγητική έφεση, πάντως, όχι! Για… τεχνικούς και άλλους λόγους, θα έλεγα που είμαι το ακριβώς αντίθετο του… Παυσανία. Έφθασα στο Χρισσό όχι μέσω της Πενταγιώτισσας, που θα ήταν παρεμπιπτόντως… ωραίος λόγος, αλλά μέσω της υπό εκπόνηση «Παραμυθολογίας»[2] και των μυθολογικών ατραπών που ανακάλυπτα ακολουθώντας τους ήρωές της και αναζητώντας το συναρπαστικό παρελθόν τους.

Στη Φωκίδα έφθασα ακολουθώντας τα ίχνη των υιών του Φώκου, Κρίσου και Πανοπέως. Εστί δε Φώκος ο μικρότερος γιός του Αιακού (βασιλιά της Αίγινας) από τη δεύτερη γυναίκα του, τη Νηρηίδα Ψαμάθη. Κατά τη δημοφιλέστερη μυθολογική εκδοχή, ο Φώκος – ιδιαίτερα αγαπημένος του πατέρα του και εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των Αιγινητών – «πήγε» από… δισκοπάθεια, ήτοι τελεύτησε εν γυμναστηρίω από ένα δίσκο  που τον βρήκε κατακέφαλα, σε μια προπόνηση δισκοβολίας που έκανε μαζί με τα ετεροθαλή αδέρφια του, Πηλέα και Τελαμώνα. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως τα δυό του αδέρφια, παιδιά του Αιακού από την πρώτη του γυναίκα, την Ενδηίδα, ζήλευαν τον Φώκο και πως ο φερόμενος σαν ατύχημα θάνατος ήταν έγκλημα εκ προμελέτης. Ο Αιακός δεν είχε άλλη επιλογή από το να εξορίσει και τους δύο. Ο μεν Τελαμών βολεύτηκε παραδίπλα στη Σαλαμίνα, ο δε Πηλεύς, παίρνοντας μαζί του ένα τσούρμο από Μυρμιδόνες (και τον Γκλιτσομυρμιδόνα Μαλέα) επορεύθη προς την εριβώλακα[3] Φθίαν. Κάμποσα χρόνια αργότερα, προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά λίγο δυτικότερα και γύρω από τον Παρνασό, κατευθύνθηκαν και εγκαταστάθηκαν μαζί με αποίκους από την Αίγινα τα δύο παιδιά του Φώκου, Κρίσος και Πανοπεύς, ιδρύοντας τις ομώνυμες πόλεις Κρίσα και Πανοπέα.

Η Κρίσα εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο και αναφέρεται από τον Όμηρο μεταξύ των φωκικών πόλεων που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Κατά τον Κ. Παπαρηγόπουλο, στην επικράτειά της συμπεριλάμβανε τους Δελφούς, το Κρισαίο Πεδίον (Ελαιώνας της Άμφισσας) και την Κίρρα (σημερινή Ιτέα). Η μικρή απόστασή της από τους Δελφούς, μόλις 7 χλμ., την κατέστησε… χρυσοφόρο, χιλιάδες χρόνια πριν γίνει… Χρυσό, αφού οι Κρισαίοι – επιβάλλοντας… παράβολα και  χαράτσια – μαδούσαν κυριολεκτικά όσους  πιστούς αποβιβάζονταν στο λιμάνι της Κίρρας και κατευθύνονταν προς το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Το ιερατείο των Δελφών κατέβαζε… καντήλια και τρίποδες για την… ανίερη αυτή απώλεια εσόδων και όταν ο κόμπος έφτασε στο χτένι, η Δελφική Αμφικτυονία κήρυξε πόλεμο κατά της Κρίσας. Ο καβγάς για το πάπλωμα, που έμεινε στην ιστορία σαν πρώτος Ιερός Πόλεμος (600 π.Χ.), κράτησε δέκα χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή της Κρίσας. Ακολούθησαν άλλοι τρείς Ιεροί Πόλεμοι[4] μεταξύ των Αμφικτυόνων και των Φωκέων, για τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών (και της… μάσας), που κατέληξαν στην καταστροφή της Άμφισσας από τον Φίλιππο Β’.

Η Ιστορία ξαναθυμήθηκε την Κρίσα δεκαοκτώ αιώνες μετά την καταστροφή της, τον 12 αι. μ.Χ., με το όνομα Χρισσό, ένα κεφαλοχώρι με ακμάζουσα οικονομία κτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης. Το σημερινό Χρισσό είναι ένα παραδοσιακό και αυστηρά διατηρητέο χωριό με πολλά αναπαλαιωμένα σπίτια και αρκετά νεοκλασσικά κτήρια, ένδειξη παλαιότερης ευημερίας των κατοίκων από τα προϊόντα της ελιάς. Στη νεώτερη Ελλάδα το Χρισσό δεν έγινε γνωστό λόγω του χρυσού παρελθόντος του, αλλά λόγω του δημοτικού τραγουδιού που εξυμνεί τα κάλλη της Μαρίας της Πενταγιώτισσας, της θρυλικής και μοιραίας καλλονής από τους Πενταγιούς[5] Δωρίδος, ένα μικρό χωριό που απέχει 80 χλμ. από την Άμφισσα και βρίσκεται σε μια βουνοπλαγιά κάτω από το Ξεροβούνι και αγναντεύει ανατολικά τις βουνοκορφές των Βαρδουσίων.

Έχοντας ακούσει το τραγούδι αμέτρητες φορές, ήμουν βέβαιος – με την ακράδαντη βεβαιότητα που προσδίδει η… άγνοια – ότι οι στίχοι «… και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια» ήταν μια υπερβολή της λαϊκής μούσας, προκειμένου να καταδείξει τους ερωτικούς ανταγωνισμούς που προκαλούσε στα παλληκάρια της Πενταγιούς η ομορφιά της Μαρίας. Όμως, για δεύτερη φορά επλανήθην πλάνην οικτράν, διότι αναδιφώντας τον… «φάκελο» της Πενταγιώτισσας, έπεσα από τα… Βαρδούσια όταν ανακάλυψα πως τα παλληκάρια δεν σφάζονταν στην ποδιά της Μαρίας «ποιητική αδεία», αλλά κυριολεκτικά και μάλιστα «ηθική αυτουργία» της λεγάμενης, που – κατά τα θρυλούμενα – ήταν γυναίκα τύπου… Ωραίας Ελένης με τσόντα από… Μήδεια και αέρα από Φρύνη! Συμπορευόμενος με τον μύθο και δανειζόμενος επίθετα από τον Όμηρο και την κλασική γραμματεία, επιστρατεύω τα παρακάτω επίθετα για την περιγραφή της περιλάλητης ωραιότητας της πολυπόθητης Πενταγιώτισσας:

  • καλλιπάρειος: ομορφοπρόσωπη
  • καλλίκομος: ομορφομαλλούσα
  • γλαυκώπις: γαλανομάτα
  • ελικώπις: που ρίχνει τσαχπίνικες ματιές
  • καλλιβλέφαρος: που έχει ωραία βλέφαρα
  • λευκώλενος: ασπροχέρα
  • καλλίμαστος: που έχει ωραίο στήθος
  • καλλίγλουτος: που έχει ωραίους γλουτούς
  • καλλίπυγος: που έχει ωραία οπίσθια
  • καλλίμηρος: που έχει ωραίους μηρούς
  • καλλίσφυρος: που έχει ωραία πόδια
  • καλλίγραμμος κλπ., κλπ.

Εάν παρέλειψα κάποιο ανατομικό σημείο της ερατώπιδος Μαρίας, συμπαθάτε με! Βάλτε από μόνοι σας ένα «καλλι-» σαν πρόθημα και το κατάλληλο ουσιαστικό στον κοτσαδόρο του και συμπληρώστε – δίκην ασκήσεως – την περιγραφή του εξωτερικού κάλλους τής Πενταγιώτισσας, φανερού τε και αποκρύφου. Αναφορικά με τον εσωτερικό της κόσμο, όπως αυτός αποτυπώθηκε στη συμπεριφορά και στα έργα της, αντλώντας επίθετα… φθόρου[6] σημαντικά από το ανεξάντλητο φρέαρ της ελληνικής γλώσσας, θα μπορούσα να της προσάψω, σύμφωνα με την εικόνα που σχημάτισα για την υψηλότητά της, κάποιο από τα εξής επίθετα, μεμονωμένα ή σε… πλεξούδα: πάνδεινος, πάμφρικτος, ριγεδανή[7], έλανδρος[8], ολεθροτόκος, λυμαντηρία (καταστρεπτική) κλπ. Εν ολίγοις… χέσε μέσα! Εάν συνδυάσετε την ωραιότητα της… παρθενίας της με το ζωηρόν της ιδιοσυγκρασίας της, το αλλόκοτο του χαρακτήρα της και την ελευθεριότητα τής συμπεριφοράς της, μπορείτε να εικάσετε το «γιατί» και το «πώς» οι κάτοικοι της Πενταγιούς έγιναν από… πέντε χωριά χωριάτες με τα καμώματα της Μαρίας.

Αφού είχατε την αντοχή να διαβάσετε το κείμενο μέχρις εδώ, κάντε λίγη υπομονή ακόμα για να μάθετε – όσοι έχετε την περιέργεια – μερικά στοιχεία για το βίο και την πολιτεία της Μαρίας της Πενταγιώτισσας που ενέπνευσε όχι μόνο τη λαϊκή μούσα, αλλά και λογοτέχνες, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Δημήτρης Καμπούρογλου και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ενώ γυρίστηκαν γι’ αυτήν ταινίες και γράφτηκαν θεατρικά έργα.

Η Μαρία Πενταγιώτισσα (1821-1885), κατά την πιθανότερη εκδοχή, λεγόταν  Δασκαλοπούλου και ήταν από μια αρκετά ευκατάστατη οικογένεια της Πενταγιούς. Είχε δυο μεγαλύτερα αδέρφια, το Θανάση και την Ελένη. Η ομορφιά της ήταν εμφανής από τα πρώιμα χρόνια της, αλλά όταν μέστωσε έγινε κολάσιμος πειρασμός για όλους τους… γαμπρίζοντες αλέκτορες της Πενταγιούς, γεγονός που η δεσποσύνη της φαινόταν να ιο απολαμβάνει ιδιαίτερα. Βρισκόταν στο απόγειο τής σπαργής της, όταν οι γονείς της – ο ένας αμέσως μετά τον άλλον – απεδήμησαν εις Κύριον, η δε αδελφή της Ελένη μετώκησε – ως νύφη – στη Βοϊτσά (σημερινή Ελατόβρυση[9]) της Ναυπακτίας. Με τον αδερφό της Θανάση ολημερίς στα κτήματα και χωρίς κανένα δικό της να της σφίγγει τα λουριά, η ανυπότακτη και ζωηρή Μαρία περιέπεσε εν… πολλαίς αμαρτίες, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής και της Πενταγιούς.

Η σχέση της Μαρίας με τον συγχωριανό της Μήτσο Τουρκάκη, λεβεντονιό και περιζήτητο γαμπρό των Βαρδουσίων, δεν άργησε να γίνει γνωστή. Η Τασούλα, εξαδέλφη της Μαρίας, που κιαλάριζε τον Μήτσο για λογαριασμό της, κάρφωσε τα μαντάτα στον εν αγροίς κοπιάζοντα Θανάση που δεν είχε πάρει μυρουδιά περί των τεκταινομένων υ μεταξύ της αδελφής του και του καλύτερου φίλου του. Φυσικώ τω λόγω, έγινε… Τούρκος και παρά την πίεση που άσκησε στην αδερφή του, αυτή συνέχιζε απτόητη το βιολί της. Κάποια μέρα, προσποιούμενος ότι θα απουσιάσει, παραφύλαξε στο πατρικό μέλαθρο, ένθα ελάμβανον χώραν τα «φιλοτήσια έργα[10]», και έπιασε στα πράσα το «άνομο» ζεύγος. Με τον πέλεκυ ανά χείρας, ο τιμωρός Αθανάσιος επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να «καθαρίσει» τον ατιμάσαντα την τιμή του Δασκαλοπουλέίκου φίλο του, γιατί η… Τουρκόφιλος Μαρία προέταξε τα… στήθη της και έσωσε τον εκλεκτό της, ενώ η ίδια «κέρδισε» σαν παράσημα  μερικές ξώφαλτσες τσεκουριές. Η παρέμβαση των γειτόνων, που άκουσαν τις φωνές της Μαρίας, απέτρεψε το φονικό. Έκτοτε η Μαρία, δίκην Σαλώμης, ζητούσε φορτικώς από τον Τουρκάκη την κεφαλή του αδελφού της επί πίνακι, κάτι που δεν άργησε να γίνει. Στη γιορτή της Αναλήψεως, όπου οι τσοπαναραίοι συνήθιζαν να καλούν στις στάνες τους για γλέντι όσους από τους συντοπίτες τους δεν είχαν σαν κύρια ασχολία την κτηνοτροφία, ο Θανάσης καλέστηκε από δύο γνωστούς του – συνεργάτες του Τουρκάκη – σε μια στάνη πάνω στο Ξεροβούνι. Όταν ο Θανάσης μετά το φαγοπότι ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε, ο Τουρκάκης και η παρέα του με τσεκούρια και μαχαίρια «απάλλαξαν» τον αδερφό της Πενταγιώτισσας από τις επίγειες σκοτούρες και τον έστειλαν να συνοδεύσει τον αναληφθέντα Κύριο στους ουρανούς. Αφαίρεσαν τα τσαπράζια[11] του, τον τύλιξαν σε μια φλοκάτη και τον πέταξαν στο παρακείμενο βάραθρο, το Κάρκαρο. Ούτε Λονδίνο ήταν η Πενταγιού, ούτε ο Σέρλοκ Χομς χρειαζόταν για να αποκαλυφθεί το έγκλημα και οι ένοχοι. Η Μαρία και ο φίλος της ο Μήτσος, από τον φρέσκο αέρα των Βαρδουσίων κατέληξαν στο «φρέσκο» της Λαμίας. Αλλά και εκεί, ως λέγεται, έγινε της… Μαρίας το κάγκελο! Η «καγκελάριος» Μαρία σαγήνευσε και τον δεσμοφύλακά της, τάζοντάς του ηδονάς τε και γάμους, σε βαθμό που ο μυαλοφυγόδικος χωροφύλαξ – κάνοντας όνειρα πενταγιώτικης νυκτός – ξεπάστρεψε τη γυναίκα του και το παιδί του, για να καταστεί… αδέσμευτος, ενώ συνήργησε και στην απόδραση του Μήτσου, ώστε να μην τον έχει στα πόδια του.

Η Πενταγιώτισσα οδηγήθηκε στο Κακουργοδικείο Μεσολογγίου, όπου κι εκεί κατάφερε και πάλι ν’ αφήσει τη σφραγίδα της. Με την ομορφάδα της σαγήνψε τους Μεσολογγίτες ενόρκους, χωρίς καν ο δικηγόρος της να χρειαστεί να μιμηθεί τον Υπερείδη, που είχε ξεγυμνώσει τη Φρύνη, ενώπιον των δικαστών της αρχαίας Αθήνας,τραβώντας το πέπλο της. Άλλωστε, κάτι τέτοιο – λόγω των ενδυματολογικών δεδομένων της εποχής – θα ήταν πρακτικά ανεφάρμοστο. Απλώς, οι «θελχθέντες» ένορκοι αθώωσαν την Πενταγιώτισσα λόγω… αμφιβολιών! Λέγονταν και άλλα πολλά τότε στην ψαραγορά και στα καφενεία, αλλά η ουσία είναι ή ίδια. Ο φυγόδικος Τουρκάκης καταδικάστηκε ερήμην και λίγα χρόνια αργότερα σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή. Ο φέρελπις γαμπρός και δεσμοφύλαξ ξυλοφορτώθηκε από βαλτούς φίλους της Μαρίας και στάλθηκε πακέτο πίσω στη Λαμία. Η Μαρία, ελεύθερη και ωραία – χωρις μνηστήρες, γαμπρούς και κηδεμόνες – ξαναγύρισε στην Πενταγιού όπου επιδόθηκε απερίσπαστη και άνευ αναστολών στο… φιλοτήσιον έργον της. Μάτσο, λοιπόν, οι εραστές της θρυλικής Μαρίας˙ γνωστοί, ξαδέρφια κι ύπανδροι μετείχαν της χορείας. Αν το ΄χε για… επάγγελμα θα ’ταν πηγή μονέδων, μα ήταν ρέκτις[12] έρωτος και μάλλον χωρίς πέδον! Στο τέλος και όταν πια δεν τη σήκωνε η ερωτικώς καθημαγμένη Πενταγιού, η Μαρία εκλεισε τον… ακρατόεντα βίον της και παντρεύτηκε τον μεγαλύτερό της Κωσταντίνο Αρμάο, χήρο με τέσσερα παιδιά, και μετώκησε στο γειτονικό Παλαιοκάτουνο[13] (νυν Κροκύλειο) ένθα και ετελεύτησεν ησύχως και εναρέτως περί το 1885, ταχθείσα εκ δεξιών της Μαγδαληνής και εξ ευωνύμων της… Μαρίας με τα κίτρινα.

Πέραν αυτής της εκδοχής[14], που είναι μάλλον η αληθοφανέστερη, υπάρχουν και οι παραλλαγές που λένε ότι η Μαρία έκανε φυλακή για κάμποσα χρόνια και πως όταν βγήκε πήρε τα βουνά κι έκανε τη λησταρχίνα κλπ. Προσωπικώς, θα ήμουν ευεπίφορος στο να υιοθετήσω την παραλλαγή που θα έλεγε πως η Μαρία κατέληξε… βουλευτίνα στο ελληνικό Κοινοβούλιο και ότι απόθανεν προτάσσοντας τα στήθη της για την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας. Όμως, όποια και να ‘ταν η αλήθεια, οι περί την Πενταγιώτισσα μύθοι είχαν σαν κοινό παρανομαστή την απαστράπτουσα ομορφιά της, την ερωτόεσσα φύση της και τη συνέργειά της στη δολοφονία τού αδελφού της. Οι συγχωριανοί της για να στηλιτεύσουν τη συμπεριφορά της και για να παραδώσουν το όνομά της στην… πυρά της μνήμης, σκάρωσαν τότε τους παρακάτω στίχους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι αποτέλεσαν τη μαγιά του δημοτικού τραγουδιού που ξέρουμε:

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια

και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια.
Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου

να μη φανεί ο ασίκης σου, όπ’ έχεις στην ποδιά σου.

 

Τί ’ν’ το κακό οπού ’καμες στο δόλιο το Θανάση;

Τον αδελφό σου σκότωσες, τον Τούρκο για να πάρεις.

Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.

Κανείς δεν κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.

 

Ο Γιάννης κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.

Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκαοχτώ φανάρια.

Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον

και η Μαρία λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει.

 

Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστωμένη;

Εσύ ’σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις;

Επειδή τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να πούμε ότι η φήμη για την ομορφιά της Πενταγιώτισσας, όπως διασώθηκε μέσα από το τραγούδι, υπερκέρασε και άφησε στο περιθώριο τις μνήμες από το ελευθέριο και γκρίζο παρελθόν της. Με άλλα λόγια, οι συμπατριώτες της, γράφοντας στίχους για να ψέξουν τη Μαρία, κατάφεραν το εντελώς αντίθετο, την έκαναν ξεκουστή για την ομορφιά της και, ως φαίνεται, αθάνατη! Η «Πενταγιώτισα», ανταποδίδουας την ακούσια συμβολή των συμπατριωτών της στην υστεροφημία της, έκαμε τους Πενταγιούς πασίγνωστους, μιας και χωρίς την Μαρία ίσως να μην τους ήξερε ούτε ο… ταχυδρομικός διανομέας! Η λάμψη της Πενταγιώτισσας έπεσε απλόχερα και στα Σάλωνα (Άμφισσα) και, φυσικά… χρύσωσε και το Χρισσό, ξαναβγάζοντάς το στο προσκήνιο. Καλός ο ομφαλός της γης, αλλά και ο ομφαλός μιας ωραίας γυναίκας (με τα… συμπαρομαρτούντα του) δεν παύει να έχει τη διαχρονική του αξία! Η Ιστορία και η φήμη δεν αποδίδουν πάντα τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ποιός θυμάται, δυστυχώς, το μέρος που γεννήθηκε ο ήρωας Μακρυγιάννης; Μάλλον ελάχιστοι. Είναι ο οικισμός Αβορίτης της κοινότητας Κροκυλείου, εκεί δηλαδή που… έκλεισε τα μάτια της η Μαρία η Πενταγιώτισσα! Θεός σ’χωρέσ’ την…

Υ.Γ.

Τα παραπάνω δεν γράφτηκαν με σκοπό την εξαγωγή… ηθικών ή άλλων διδαγμέτων. Ήθελα απλώς να εκφράσω την απογοήτευσή μου που στη Βοϊτσά, το χωριό του πατέρα μου και της προγιαγιάς του Σκοταρά, πήγε και παντρεύτηκε η Ελένη, η αδερφή της Μαρίας, και όχι η ίδια η Μαρία η Πενταγιώτισσα. Έτσι ούτε αρνιά σφάχτηκαν, ούτε κριάρια και, φυσικά, ούτε παλληκάρια! Το πολύ πολύ κανένας κόκορας! Τουτέστιν, δεν συνέβησαν οι διασταυρώσεις εκείνες που θα έδιναν στους νεώτερους το αναγκαίο υβριδικό σφρίγος για να σηκώσουν το χωριό στις πλάτες τους. Έτσι η σημερινή Ελατόβρυση (πρώην Βοϊτσά) δεν θα μπορέσει ποτέ να αρθεί ούτε στο ύψος μιας Ελατούς, γνωστής ως γενέτειρα των Μαγκλαραίων, ούτε μιας Τερψιθέας, γενέτειρας των Σαλουραίων.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]  ΣΤΑ ΣΑΛΩΝΑ ΣΦΑΖΟΥΝ ΑΡΝΙΑ

Τραγούδι από τη Φωκίδα Στερεάς Ελλάδας. Χορεύεται ως «ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟΣ ΤΣΑΜΙΚΟΣ».

(Γ. Παπασιδέρης: http://www.youtube.com/watch?v=pZW-oIKXtIs

.

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά
Μαρία Πενταγιώτισσα Πενταγιώτισσα,
αχ και στο Χρισσό κριάρια
αχ μικρή δασκαλοπούλα.

.

Και στης Μαρίας την ποδιά
Μαρία Πενταγιώτισσα Πενταγιώτισσα,
αχ σφάζουνται παλικάρια
αχ παιδιά σαν τα λιοντάρια.

.

[2]  «Παραμυθολογία»: Έμμετρο σκωπτικό πόνημα που βρίσκεται στο στάδιο της σελιδοποίησης και αναμένεται να είναι έτοιμο στις αρχές του 2014. Αποτελεί ένα νοερό ταξίδι, με… έμμετρες σκωπτικές αναταράξεις, στο χώρο και το χρόνο της ελληνικής Μυθολογίας. Ξεκινώντας από τη γένεση των Μυρμιδόνων (και των Γκλιτσομυρμιδόνων) στην Αίγινα, φθάνουμε στους γάμους του Πηλέως και της Θέτιδος στον Όλυμπο και από εκεί προσγειωνόμαστε στη Φθία για τους γάμους του Μαλέως και της Υποθέτιδος. Ακολουθώντας την πορεία και τη μοίρα των μυθικών και παραμυθικών ηρώων, συναντούμε τον Μελέαγρο στην Καλυδώνα, τον Ηρακλή στην Αιτωλία, την Ιόλη στην Οιχαλία, τον Αχιλλέα στη Σκύρο, την Ομφάλη στη Λυδία, τον Άκαστο στην Ιωλκό, την Πασιφάη στην Κρήτη, τον Ιάσονα στην Κολχίδα, τους Αργοναύτες στη Λιβύη, τη Μήδεια στην Κόρινθο, τον Χείρωνα στο Πήλιο, την Ωραία Ελένη στη Σπάρτη, τη Δηιάνειρα στην Τραχίνα και τον Τυρέα στην… Καρδίτσα.

[3]  εριβώλαξ, ο, η: (αρχ.) 1. αυτός που έχει μεγάλους βώλους χώματος (για εύφορη γη) 2. πολύ εύφορος, γόνιμος («ἐν Φθίῃ ἐριβώλακι βοτιανείρῃ», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + βώλαξ «όγκος χώματος»]

[4]  Ιεροί Πόλεμοι: 1ος το 600 π.Χ., 2ος το 458 π.Χ., 3ος  το 346 π.Χ. και 4ος το 339 π.Χ.

[5]  Πενταγιοί, οι (Πενταγιού, η): το χωριό ανήκει στο Δήμο Δωρίδος (έδρα το Λιδωρίκι). Βρίσκεται σε υψόμετρο 950 μ. και έχει 267 κατοίκους (απογραφή 2001). Χτισμένο σε πλαγιά, το χωριό έχει θεά προς την ανατολή την κορυφογραμμή των Βαρδουσίων, χιονοσκεπή συνήθως, ενώ τη δύση οριοθετεί το Ξεροβούνι. Έλατα, πλατάνια, χιονισμένες βουνοκορφές, άφθονα νερά, πέτρινα σπίτια και καλντερίμια συμπληρώνουν το τοπίο.

[6]  φθόρος, η: (αρχ.) μοιραία γυναίκα, γυναίκα που σε στέλνει στον όλεθρο

[7]  ριγεδανή, η: (αρχ.) φρικτή [επίθετο του Ομήρου για την Ωραία Ελένη]

[8]  έλανδρος, η: (αρχ.) που καταστρέφει τους άνδρες [επίθετο του Αισχύλου για την Ωραία Ελένη]

[9]  Ελατόβρυση: Η Ελατόβρυση (πρώην Βοϊτσά) βρίσκεται στην αριστερή όχθη του παραπόταμου Βοτσαΐτικου (Βοϊτσάνος) που χύνεται στον Εύηνο, ανάμεσα σε δύο χειμάρρους, στις βόρειες πλαγιές της οροσειράς Ομάλια. Η Βοϊτσά εμφανίζεται στα οθωμανικά κατάστιχα. Μετονομάστηκε το 1927 σε Ελατόβρυση (έλατο + βρύση) και ανήκει στο Δήμο Ναυπάκτου. Αξιομνημόνευτο είναι το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο με πλούσια εκθέματα.

[10] «φιλοτήσια ἔργα»: (αρχ. Ησύχ.) συνουσία

[11] τσαπράζια, τα: ασημένια ή επίχρυσα στολίδια που φοριούνται σταυρωτά στο στήθος, συνήθως στις παραδοσιακές φορεσιές τής ηπειρωτικής Ελλάδας (< τουρκ. capraz).

[12] ρέκτης, ο˙ -ις: δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος [λόγ. < ελνστ. ῥέκτης < αρχ.ρεκτήρ < ρέζω = πράττω, διαπράττω, κατορθώνω]  []

[13] Παλαιοκάτουνο: το σημερινό Κροκύλειο του Δήμου Δωρίδος με πληθυσμό 25Ο περίπου κατοίκους. Βρίσκεται σε μια πλαγιά του Ξεροβουνίου σε υψόμετρο 840 μ. Στον οικισμό Αβορίτη, ακατοίκητο σήμερα, γεννήθηκε το 1797 ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης.

[14] εκδοχή: οι πληροφορίες για τον βίο της Πενταγιώτισσας αντλήθηκαν από τον ιστότοπο «ΛΙΔΩΡΙΚΙ» [http://www.lidoriki.com/2012/09/blog-post_1863.html] και προέρχονται από το βιβλίο με τίτλο «Χάρη Σταματίου διηγήματα» [έκδοση: Παπαχαραλάμπειος Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου, 2006].

Advertisements

~ από MAKIS στο Νοέμβριος 22, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: