ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΟΥΠΙ

ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΛΚΩΝΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΛΚΩΝΗΣ (1953-2011)


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΟΥΠΙ

(Μνήμη Κώστα Φαλκώνη)

 .

Δεν είχε περάσει καλά καλά ένας μήνας από τον αδόκητο χαμό του μικρότερου αδερφού μου Γιώργου, όταν άλλο ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, ο φίλος μου Κώστας Φαλκώνης από τον Πόρο, σάλπαρε – νωρίς κι αυτός – για την άλλη όχθη της Αχερουσίας. Είμαι σίγουρος πως θα διαολόστειλε τον Χάροντα και θα πέρασε “απέναντι” κωπηλατώντας μόνος του, όχι για να μην καταβάλλει τον οβολό του στον πανάθλιο καρμίρη, αλλά για να “πληρωθεί” η κοινή παλιά μας ρήση:  «εμείς και στην άλλη ζωή …κουπί θα τραβάμε»! Τραβώντας το τελευταίο του κουπί ο καπετάν Κώστας μας άφησε εμβρόντητους στην όχθη των οικτιρμών και με το μαντήλι του αποχαιρετισμού ακόμα μετέωρο στο χέρι μου, δεν ήξερα αν λυπόμουνα περισσότερο για τον παλιόφιλο που έφυγε ή για τις δύο σκιές του (και ήλιους της ζωής του ταυτόχρονα) που απόμειναν πίσω του ξέμπαρκες, τη μάνα του και τη γυναίκα του.

Χαμένος στον προσωπικό μου λαβύρινθο δεν βρήκα καν το κουράγιο να γράψω δυο κουβέντες, σαν ύστατο φόρο τιμής προς το καλόκαρδο «θεριό» που πάλεψε γενναία και με ζωή και με θάνατο. Μίτο και διέξοδο μου έδωσε το εξαιρετικό κείμενο του Μπάμπη Κανατσίδη που δημοσιεύτηκε στο Saronic Magazine τον Ιούλιο που μας πέρασε (http://www.saronicmagazine.com/?p=9012) και το οποίο αναρτώ παρακάτω αυτούσιο.

Γνώρισα τον Κώστα Φαλκώνη, και συνδέθηκα έκτοτε μαζί του με στέρεη φιλία, στις αρχές του ’80 στον Πόρο όπου εργαζόμουνα ως γεωπόνος στον ομώνυμο Δενδροκομικό Σταθμό. Τότε μόλις είχε στήσει, μαζί με τη γυναίκα του Μαρία και τον αείμνηστο φίλο και κουμπάρο τους Κώστα Βογιατζή, ένα μαγαζί με κεραμικά και κοσμήματα, την «Κίρκη», στο κέντρο του νησιού. Ένα μαγαζί που ξεχώριζε από τα λοιπά “τουριστικάδικα” της αγοράς για την καλαισθησία του και την ποιότητα των ειδών του. Τα καλοκαιρινά βράδια, σχεδόν καθημερινά, πέρναγα με τελετουργική συνέπεια από την …ακαταμάχητη «Κίρκη» και αφού ρίχναμε το σχετικό «τρισάγιο» ροβολούσαμε προς τις ταβέρνες της Πούντας, έχοντας τω καιρώ εκείνω για στέκι μας το μαγαζί του Σωτήρη ή κάποιο γειτονικό ταβερνείο, ανάλογα με τα μποφόρ της διάθεσής μας. Τιμώντας πάντοτε ευλαβικά τον Διόνυσο και την ιερή παρακαταθήκη του, εν μέσω …εμβριθών  αναλύσεων περί σοσιαλισμού και κατεστημένου – ήταν, βλέπετε, η «ηρωϊκή» εποχή της ύστερης μεταπολίτευσης και των μεγάλων ζυμώσεων – δεν παραλείπαμε ούτε τις σπονδές μας προς τον Αριστοφάνη, ούτε τους …πόντους μας για τα πέριξ ημών τεκταινόμενα, στα πλαίσια ενός… ευπρεπούς κοινωνικού σχολιασμού.

Ο Φαλκώνης ήταν ένα άτομο ξεχωριστό. Πληθωρικός σε όλα του: στην εμφάνιση, στο χαρακτήρα, στο λόγο και στο ταλέντο. Ψηλός και γεροδεμένος, μονίμως ηλιοκαμένος και με τον ήλιο εσαεί ανατέλλοντα μέσα από τα δασά γένεια του. Όταν τον έβλεπα με το τσιμπούκι κρεμασμένο στα χείλη του, μου άρεσε να τον πειράζω λέγοντάς του ότι… προβάρει για κάδρο, υπαινισσόμενος τον «κλασσικό» πίνακα του καπετάνιου με το τσιμπούκι που είχε… προσαράξει στους τοίχους πλείστων όσων σαλονιών λαϊκότροπης αισθητικής. Η παρουσία του ήταν, το δίχως άλλο, επιβλητική. «Έγραφε» , όπως θα λέγαμε με εικαστικούς όρους.  Οι συζητήσεις μαζί του είχαν πάντα ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως θέματος. Πάντα κάτι είχες να αποκομίσεις, είτε από το απόθεμα των θαλασσινών εμπειριών του – είχε“οργώσει” ψαρεύοντας ολόκληρο το Αιγαίο – είτε από την ποικιλία των γνώσεών του. Παρά το θυελλώδες της ιδιοσυγκρασίας του,  ήταν κατ’ εξοχήν ευπροσήγορος, περιβαλλόμενος από μιαν αύρα που σε τύλιγε και σε κέρδιζε με την πρώτη. Έτσι, από την πρώτη στιγμή γίναμε φίλοι, ενώ μετ’ ου πολύ έγινε φίλος και με τον αδερφό μου τον Ηλία με τον οποίο έγιναν έκτοτε «κολλητοί».

Παθιασμένος για τις ιδέες του, και ενίοτε παρορμητικός, δεν έκανε πίσω εύκολα και δεν δίσταζε να έρθει σε ρήξεις, ακόμα κι αν αυτές έφερναν τρικυμία στη ζωή του που, σημειωτέον,  δεν είχε και μεγάλες περιόδους νηνεμίας. Γνήσιο ταλέντο ζωγραφικής, αυτοδίδακτος – γι’ αυτό και αυθεντικός – αφού τα «βρόντηξε» με το “καλημέρα” των σπουδών του στη Σχολή Καλών Τεχνών – γιατί δεν «γούσταρε», όπως εμφατικά έλεγε, την «κωλοφάρα» των καθηγητών και το λεγόμενο καλλιτεχνικό κατεστημένο. Αφήνοντας τη ζωγραφική στο απυρόβλητο, ασχολήθηκε με πληθώρα επαγγελμάτων, πότε με επίκεντρο την εφαρμοσμένη τέχνη – συντήρηση έργων βυζαντινής τέχνης, δημιουργία αντιγράφων σε φρέσκο, κατασκευή κοσμημάτων κ.λπ. – και πότε με επίκεντρο τη θάλασσα (αλιεία, καταδύσεις κ.λπ.). Τελικά τον τράβηξε η θάλασσα, καπετάνιος πια με δικό του αλιευτικό καϊκι και τις θάλασσες δικές του. Αρεσκόταν στο να δηλώνει «αλιεύς», αν και αυτό – πέρα από τη σεμνότητά του – καθρέφτιζε μάλλον και την αντιπάθειά του προς την ιδιότητα του ”καλλιτέχνη”, με την ξεχαρβαλωτικά διασταλτική σημερινή χρήση του που  μπορεί να περιλαμβάνει, σχεδόν αποκλειστικά, …αδερφάτα και αδελφότητες˙ από μάγειρους και κοπτοραπτούδες έως μπογιατζήδες και κομμώτριες.

Αν δεν κάνω λάθος, μετά από μια περίοδο σχετικής καλλιτεχνικής απραξίας, που ακολούθησε την απογοήτευσή του από τη σύντομη και αρνητική εμπειρία του στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Φαλκώνης ξανάπιασε με ζέση τα πινέλα του μετά από την γνωριμία του με τον Ηλία με τον οποίο, πέρα από τη φιλία, μοιραζόταν κοινές απόψεις για τη ζωγραφική και την τέχνη γενικότερα. Η ζωγραφική του Φαλκώνη πέρασε από διάφορα στάδια για να φτάσει στο απόγειό της τα τελευταία χρόνια, όταν αποσυρμένος από τη θάλασσα και αποκλεισμένος στον αποτρόπαιο «τροπικό» του καρκίνου βρήκε καταφύγιο στο λιμάνι της τέχνης.

Έπρεπε να περάσουν σχεδόν τριάντα συναπτά χρόνια φιλίας για να μάθω ότι ο Κώστας Φαλκώνης έγραφε κιόλας! Το έμαθα μόλις πριν δύο χρόνια, όταν ο Κώστας μου εγχείρισε, σχεδόν διστακτικά, την πρώτη συλλογή του με ποιήματα, τα “Σκόρπια Χρόνια”. Κατάθεση ψυχής με έμμετρο λόγο και ωραία γλώσσα, απόσταγμα αγάπης, πίκρας, μοναξιάς και θαλασσινής αρμύρας βγαλμένο μέσα απ’ την καρδιά ενός αρχαίου άμβυκα που τον έκαιγε το πάθος για τη ζωή. Τη δεύτερη συλλογή του δεν πρόλαβε να την εκδώσει. Η μοίρα άρπαξε την πένα, τα πινέλα και την άγκυρά του και τα κάρφωσε στον σηκό ενός κυπαρισσιού στον Πόρο. Όσο ζούμε θα θυμόμαστε τον αγαπημένο φίλο μας Κώστα Φαλκώνη και θα τιμούμε τη μνήμη του.

Στο μικρό βίντεο με τίτλο «Η Ζωγραφική Του Κώστα Φαλκώνη» (http://www.youtube.com/watch?v=CcvfUV-LDBw) μπορεί κανείς να πάρει μια γεύση του έργου του.

Του Μπάμπη Κανατσίδη από το Saronic Magazine Ιουλίου (http://www.saronicmagazine.com/?p=9012)

Στις 19 Μάη, έχασε την άνιση μάχη με το καρκίνο σε ηλικία 58 χρονών, ο ποριώτης καλλιτέχνης, ποιητής και “κατ’ επιλογήν αλιέας” Κώστας Φαλκώνης. Ένας άνθρωπος αθόρυβος και πολυτάλαντος, πληθωρικός κι ανυποχώρητος. Ένας άνθρωπος ελεύθερος, που αν και δεν του άρεσαν τα “κυκλώματα” και οι δημόσιες σχέσεις, είχε αγαπηθεί από όσους τον γνώρισαν και που θα μείνει για πάντα ζωντανός, στη σκέψη και την καρδιά τους.

Συνάντησα την ακούραστη σύντροφο της ζωής του, Μαρία, στο σπίτι τους στον Πόρο. Μαζί μας, ήταν μερικοί φίλοι του και η ποριώτισσα μητέρα του, η κυρά Ελένη. “Τι να σου πω ρε Μπάμπη για τον Κώστα;” μου λέει η Μαρία, “Όταν έχεις λατρέψει και έχεις ζήσει έναν άνθρωπο τόσο πολύ, ωραιοποιείς τις καταστάσεις. Φοβάμαι πως μπορεί να σου πω ανακρίβειες…”.
Ο Κώστας Φαλκώνης γεννήθηκε στον Πόρο, άλλα μεγάλωσε στην Αθήνα από 3 χρονών, όταν μετακόμισαν οικογενειακώς μετά τη μετάθεση του πατέρα του. Ήταν ένα ζωηρό αγόρι που ζωγράφιζε από παιδί, θυμάται η κυρά Ελένη.
Πήγε σχολείο στα Εξάρχεια, όπου γνώρισε και τον Νικόλα Άσιμο με τον οποίο έγιναν φίλοι.
Στις αρχές του ’70, έχασε τον πατέρα του και γνωρίστηκε με την Μαρία. Εκείνη την εποχή μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως δεν παρακολούθησε τα μαθήματα. “Ήταν αυτοδίδακτος ο Κωστάκης” λέει η Μαρία, “Αγαπούσε, όμως, πολύ τον εξπρεσιονισμό”.
Δούλεψε σε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα, από εργάτης σε εργοστάσια μέχρι πλήρωμα σε ανεμότρατες. Το ’76, έπιασε δουλειά στην αρχαιολογική υπηρεσία, στο κέντρο συντήρησης βυζαντινών αρχαιοτήτων. Αυτή η περίοδος ήταν ιδιαίτερη για τη ζωή του.
Στα τρία χρόνια που δούλεψε ως συντηρητής βυζαντινής τέχνης, ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Από τη Δήλο μέχρι το Γεράκι Λακωνίας, δουλεύοντας και στον Πόρο. Συντήρησε και έκανε αγιογραφίες στον Ναό του Άη Γιώργη.
Το 1981, γύρισαν με τη Μαρία στον Πόρο. Ο Κώστας καταπιάστηκε με τα καΐκια και το ψάρεμα. “Λάτρευε τη θάλασσα και τις καταδύσεις. Ήταν βαθύτης μέχρι το ’87” θυμάται η Μαρία, “Με το καΐκι και το ψάρεμα αρμένισε όλη την Ελλάδα”.
Η Μαρία εκείνα τα χρόνια, άνοιξε την “Κίρκη”, ένα μαγαζάκι με κεραμικά και κοσμήματα. Ο Κώστας της είχε ζωγραφίσει μια τοιχογραφία. “Του άρεσε να ζωγραφίζει σε φρέσκο σοβά”. Στα χρόνια της “Κίρκης”, ξετυλίχθηκε άλλη μια πτυχή του ταλέντου του. Άρχισε να φτιάχνει υπέροχα κοσμήματα από ασήμι.
Του άρεσε πολύ το διάβασμα. Διάβαζε τα πάντα. Από Κάλβο και Καρυωτάκη, μέχρι Ντοστογιέφσκι και Τουρνιέ. Είχε ταλέντο στην ποίηση. Είχε εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο “Σκόρπια Χρόνια”. Η Μαρία μας είπε, πως τα περισσότερα ποιήματά του, τα έγραφε στο καΐκι και υπήρχαν φορές, που “ξύπναγε στη μέση της νύχτας για να γράψει και το πρωί που σηκωνότανε, δεν αναγνώριζε τα γράμματα του”.
Κι όμως, ο Κώστας δήλωνε πάντοτε ψαράς. “Όταν υπάρχουν ο Δέρπαπας και ο Πασίσης, πως να βγω και να πω ότι είμαι ζωγράφος;” έλεγε στη Μαρία.
Αν και αφιέρωσε την επαγγελματική ζωή του στην αλιεία και τη θάλασσα, δεν έπαψε ποτέ να εκφράζεται μέσα από τη ζωγραφική και την ποίηση. Ήταν πολύ παραγωγικός σε αυτούς τους τομείς και άφησε πίσω του, ένα μεγάλο και αξιοθαύμαστο έργο.
Ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του και το ισχυρό σύστημα αξιών που τον χαρακτήριζε δεν του επέτρεψε πρόσβαση στον πλούτο.
Ρομαντικός και πιστός στις αρχές του, έζησε έντονα τη ζωή του. Έγραφε, γλένταγε, έπινε, τσακωνόταν. Μια ζωή ροκ. Σα τη μουσική που αγαπούσε.
Λίγο πριν φύγει, είχε συγκεντρώσει σε ένα λεύκωμα, μερικά ακυκλοφόρητα ποιήματα του, προκειμένου να τα εκδώσει στο δεύτερο και …τελευταίο βιβλίο του. Στον πρόλογο του λευκώματος, αποχαιρετούσε τους φίλους του:

“Αυτό είναι το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο μου. Όπως και στο “Σκόρπια Χρόνια”, έτσι κι εδώ, είναι οι σκέψεις μου και οι αναμνήσεις μου σαν τραγουδάκια, μαζί με κάποια από αυτά που είχα γράψει ως νέος. Ελπίζω να το απολαύσετε και να σας βάλει στον πειρασμό να δαγκώσετε τη ζωή, πιστέψτε με, η γεύση της… αξίζει τον κόπο.
Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς, για ο,τι μου προσφέρατε, δεν φαντάζεστε πόσο χρήσιμα ήταν.
Τελειώνοντας, θα σας αποχαιρετίσω, χρησιμοποιώντας τις τελευταίες λέξεις ενός ανθρώπου που υπήρξε και δεν υπήρξε…
“Ραντεβού στα γουναράδικα”.”

Ακυκλοφόρητα ποιήματα του από αυτό το λεύκωμα

Επί προσωπικού

Ασυνειδήτως όλβιος
εντός κυκλώνος.
Ενσυνειδήτως άστεγος
εκτός νυμφώνος.

Αστείος κι ένοπλος
με το δικό μου τρόπο.
Ιδανικός αυτόχειρας
για αυτόν τον τόπο.

Εν κατακλείδι

Παραμιλάω πια
σε βογγητά και αίματα χαμένος
το μέλλον έγινε παρόν
το τέλος πλησιάζει
σίγουρα θα χαθώ
μα εμένα όμως αυτό
καθόλου δεν με νοιάζει
ίσως να είναι χρήσιμο ετούτη την στιγμή
οι Πέρσες να νικήσουν….


...καλό ταξίδι καπετάνιε

Advertisements

~ από MAKIS στο Σεπτεμβρίου 2, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s