ΛΥΠΗΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

.

ΛΥΠΗΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

.

Στις 23 Απριλίου 2011 έφυγε πρόωρα από τη ζωή, σε ηλικία 55 χρονών, ο μικρότερος αδερφός μου Γιώργος. Εννιά χρόνια μετά την απώλεια του αδερφού μας Ηλία, ήρθε και η απώλεια του Γιώργου για να κρατήσει ανοιχτές τις παλιές πληγές μας. Τα κείμενα που ακολουθούν αφιερώνονται στη μνήμη του.

Ο Γιώργος Πασσίσης γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1956 και από το 1967 και μετά ζούσε στην Αθήνα. Σπούδασε μηχανικός αεροσκαφών και εργάστηκε στην Πολεμική Αεροπορία ως μηχανικός – υπαξιωματικός κατά το διάστημα 1978 – 1984. Παράλληλα εξέδιδε το περιοδικό «ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΔΙΕΘΝΗΣ» (1978-1984). Ήταν αερομοντελιστής και μέλος της Αερολέσχης Πειραιώς.

Δίπλα στον αδερφό του ζωγράφο Ηλία Πασσίση (1944-2002) απόκτησε εξαιρετική εμπειρία στις γραφικές τέχνες για να εξελιχθεί σε ένα σπουδαίο γραφίστα. Συνεργάστηκε επαγγελματικά με τον Ηλία από το 1984, ενώ από το 1985 ασχολήθηκαν κυρίως με ειδικές αρχιτεκτονικές μελέτες – κατασκευές, όπως πολιτιστικών εκθέσεων, εσωτερική αρχιτεκτονική μουσείων και μουσειακών χώρων, εμπορικών εκθέσεων και περιπτέρων κ.λπ. Είχαν σχεδιάσει και υλοποιήσει αρχαιολογικές και πολιτιστικές εκθέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού,του Δήμου Αθηναίων, Εφορειών Αρχαιοτήτων στην Αθήνα,΄Αμστερνταμ, Βενετία, Βρυξέλλες, Αμβέρσα, Λισαβόνα, Ντάλας Η.Π.Α., Λονδίνο, Καναδά κ.λ.π. ΄Ομοίως είχαν σχεδιάσει και υλοποιήσει το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Καστέλλο της Ρόδου (1993), το Λαογραφικό Μουσείο της Βαϊνιάς Ιεράπετρας (1994), το Οδοιπορικό της Αθήνας [μόνιμη έκθεση-αναπαράσταση νεοκλασσικής Αθήνας στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη [κτίριο Η.Πουλόπουλου(1996)], τα Μουσεία στο ΜΕΤΡΟ [Σταθμοί: Σύνταγμα, Ακαδημία, Ευαγγελισμός, Ακρόπολη, Δάφνη και Ομόνοια (2000-2001)] και το Μουσείο του Αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» (2003). Αισθητικές παρεμβάσεις στο Μουσείο Παλαμά και την Πινακοθήκη του Δήμου της Ι.Π.Μεσολογγίου (1991 – 1992).

Μετά την απώλεια του Ηλία (2002) ο Γιώργος συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα σχεδιάζοντας και υλοποιώντας άλλα σημαντικά έργα, όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο της ΄Ιλιδας (2004), το τμήμα «Έρευνα των Ανασκαφών στην Αρχαία Ολυμπία» του Αρχαιολογικού Μουσείου της Ολυμπίας (2004), το μουσείο στο Ιστορικό Αρχείο  Μουσείο της ΄Υδρας (2005), την άρχαιολογική έκθεση «Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα – Πολιτιστική επιταγή» στην Φρανκφούρτη της Γερμανίας (2006), την πολιτιστική έκθεση «Αρχαίο Δράμα και ΄Οπερα» στην όπερα του Πεκίνου (2008),την πολιτιστική έκθεση «Μελίνα – Παιδεία – Πολιτισμός» στο Πλανητάριο (2010),την πολιτιστική έκθεση «Δημοκρατία και Μάχη του Μαραθώνα» στο Ζάππειο Μέγαρο (2010)και άλλα.

.

ΣΤΟΥΣ ΛΕΙΜΩΝΕΣ

ΤΩΝ ΑΣΦΟΔΕΛΩΝ[i]

                          .

Είχα δυο αδέρφια αετούς,

πραγματικούς λεβέντες,

που τώρα ζουν στις θύμησες

και στις γλυκές κουβέντες.

                     .

Μ’ αγέρωχη κορμοστασιά

και την ψυχή σαν κάμπο˙

τους έβλεπα κι με έκαναν

από χαρά να λάμπω.

                     .

Άνθιζ’ η γης σαν πέρναγαν

 κι ο ήλιος ζεσταινόταν,

καμάρωνε ο ουρανός

κι η μάνα μας χαιρόταν.

                     .

Στολίδια άπεφθου χρυσού

και τ’ Άϊ-Συμιού τραγούδια,

του Πάσχα οι μοσχοβολιές

και του Μαγιού λουλούδια.

                     .

Μ’ αξιοσύνη, μ’ ομορφιά

κι ατόφια καλοσύνη,

με λόγια που τα έδενε

σφιχτά η ντομπροσύνη.

                    .

Γευόμασταν την ανοχή

μιας δρασκελιάς γαλήνης,

όταν της μοίρας κεραυνοί

μας βρήκαν εξαπίνης.

                    ‘

Μούσες μας κέρναγαν κρασί

κι απόσκιο τα πλατάνια,

τραγούδι τα αερικά

κι ο ήλιος περηφάνια.

                   .

Μοίρα κακιά, στρυφνή οχιά

με το ορφνό της μάτι

να μας ξεκάνει βάλθηκε

και το ’βαλε γινάτι.

                  .

Εζήλεψε τη μέθεξη

εις του «ευ ζην» το νάμα

και φρύαξε[ii] που έβλεπε

τους αδερφούς αντάμα.

               .

Πρώτα σημάδεψε τον Λια,

τον ήλιο της ψυχής μας,

που φώτιζε τα όνειρα

και τη πικρή ζωή μας.

                   .

Μας ήρθαν χρόνια δίσεκτα

και μέρες αποφράδες˙

το Θιάκι απλησίαστο,

μπροστά οι συμπληγάδες.

                      .

Στων ασφοδέλων τους αγρούς,

χρόνους εννιά κατόπι,

κατέβηκε κι ο Γιώργος μας,

που σαν ανθός εκόπη.

                     .

Η Άτροπος[iii] δεν κόπιασε

τον  τρόπο της ν’ αλλάξει,

το ίδιο τέλος με τον Λιά

είχε ξανά χαράξει.

                  .

Σαββάτο το απόγεμα

στις δύο του Απρίλη,

ήταν που πάγωσε με μιας

το γέλιο μας στα χείλη.

                   ‘

Ο αδερφός αρρώστησε

βαριά, χωρίς ελπίδα

κι ένοιωσα πάλι άπατρις

σε τούτη την πατρίδα.

                     ‘

Τον βρήκα αβοήθητο

και μ’ απλανές το βλέμμα˙

άραγε πόσοι ”λειτουργοί”

έχουν εντός τους αίμα;

                       ‘

Βάρδα μην σ’ εύρει το κακό

Σαββάτο ή αργία,

περίοδο διακοπών

ή κάποια απεργία.

                    .

Να μην σε βρει Χριστούγεννα,

κι ούτε Λαμπρή μη σ’ εύρει,

μη λάχει ούτε κι η στιγμή

που ο Θεός καθεύδει!

                    .

Εάν δεν έχεις ιατρό

αδερφικό σου φίλο

ή πακτωλό στην τσέπη σου

σε βλέπουνε για σκύλο!

                   .

Οι εξαιρέσεις λιγοστές

στον πάγιο κανόνα˙

απ’ το «Ε.Σ.Υ.» ως το «εσείς»

θέλει πολύ αγώνα!

                  .

Ήταν Μεγάλο Σάββατο,

πριν τις εφτά καμπόσο,

σαν η ζωή τον πούλησε

στο Χάρο, όσο όσο.

                   .

Μέρα που είθιζε ο Πατήρ

τον Γυιο του ν’ ανασταίνει,

άνοιξε πάλι η πληγή

που από μέσα χαίνει.

                     .

Τον Γιώργο δεν σπλαχνίστηκε

κανείς θεός ή άγιος

και των παιδιών τα δάκρυα

δεν είδε ο Πανάγιος.

                   .

Πάει κι ο Γιώργος, έφυγε!

Ίδιος ο Τάκη -Πλούμας[iv],

λεβέντης του Άϊ-Συμιού

και του Μεσολογγιού μας.

                    .

Ολύμπιος με ντουλαμά

μπροστά μου θα περνάει

και την ψυχή μου υετούς[v]

η θλίψη θα κερνάει.

                   .

Θα ανεβαίνει στον Ζυγό

και δίπλα στον Καβάγια

θα τραγουδά αϊσυμιώτικα

μη και λυθούν τα μάγια.

                        ‘

«Με γέλασαν μια χαραυγή

της άνοιξης τ’ αηδόνια…»,

μας γέλασε και η ζωή

απ’ τα μικρά μας χρόνια.

                       .

Μετά θα ρίχνει ένα χορό

παρέα με τον Πάνο,

κι ο κάτω κόσμος θα ριγά

ως θ’ ανεβαίνει απάνω!

                      .

Κοντά στα ξημερώματα

και πριν το λυκαυγές,

δροσοσταλιά θα γίνεται

στις μέσα μας πληγές.

                   ‘

Θ’ αφήνει στην καρέκλα του

το πλουμιστό μαντήλι,

σημάδι για το πόστο του

να έχουνε οι φίλοι.

                      .

Καθώς ταχιά θα χάνεται

στους σκοτεινούς λειμώνες

οι κοπετοί της μάνας μας

θα γίνονται τυφώνες.

                  ‘

Χίλιες φορές ξεψύχησε

στο κάτω κόσμο η μάνα,

που για ακόμη ένα γυιο

χτυπούσε η καμπάνα.

                    ‘

Το ’χε συνήθειο η μοίρα μας

στους ώμους μας επάνω,

γίκο να στρώνει τους καημούς

και με το παραπάνω.

                 .

Του νου μου οι διαδρομές

πάντα με πάνε πίσω,

εκεί στο δρόμο που ’μελλε

τα μέσα μου να χτίσω.

                    .

Σε μια μονότονη βροχή

και σ’ ένα γκρίζο χρώμα,

σε αγρυπνίες μυστικές

που διαρκούν ακόμα.

                      ‘

Η μάνα, όλων μας φωλιά,

κι ο Γιώργος στερνοπούλι,

τον φύλαγε σαν φυλαχτό

σ’ αγάπης καραούλι.

                  ‘

Ως ήτανε μικρότερος,

τον είχα σαν παιγνίδι,

το γέλιο του στον ουρανό

με πήγαινε ταξίδι.

                 .

Το χωματένιο πάτωμα

αλάβαστρο γινόταν

και η βροχή στην κάμαρα

για χάδι μας φαινόταν.

                  .

Ο ήλιος που δεν ήξερε

στο σπίτι μας να μπαίνει,

τον ζήλευε που ήξερε

τη θέση του να παίρνει.

                  ‘

Θάλπος απ’ το μαγκάλι μας,

κι ας κάρβουνα μην είχε,

φως ιλαρό στο σπίτι μας

που πόνος κατατρύχε.

                      .

Μπήκε στα δύσκολα νωρίς,

τα τέσσερα πριν κλείσει,

τι του πατέρα το κερί

νωρίς κι αυτό ’χε σβύσει.

                    .

Θυμότανε τη μάνα μας

μπροστά σ’ ένα καζάνι

να βάφει μαύρη καταχνιά

το κάθε της φουστάνι.

                     .

Σε κύκλο μαύρων φορεσιών,

στων κωκυτών το κέντρο,

κοιμόταν ο πατέρας μας

ξεριζωμένο δέντρο.

                  .

Ήταν απόλαμπρο πικρό

κι Απρίλης του έξήντα,

σαν ο πατέρας έφυγε

μόλις ετών πενήντα.

                   ‘

Η αγκαλιά της μάνας μας

σκέπη κι απαντοχή,

ασπίδα που δεν τρώθηκε

από καμμιά βολή.

               ‘

Οι λύπες μας οροσειρές

και οι χαρές χαράδρες,

τα όνειρα κυνηγητό

σ’ ερειπωμένες μάντρες.

                    ‘

Η θάλασσα, η γειτονιά

τα σάλτσινα, οι φίλοι,

η θαλπωρή της αμπολιάς,

ψυχής και νου η σμίλη.

                    .

Από χειμώνα σ’άνοιξη

περάσαν έξη χρόνια˙

τότε αλλάξαμε φωλιά

μαζί σαν χελιδόνια.

                   .

Στο Μεσολόγγι αφήσαμε

την πρώτη μας σελίδα,

γραμμένη σ’ ένα σύννεφο

με πένα την ελπίδα.

                  .

Μισογεμάτο φορτηγό

κι οι θύμησες φορτίο,

το εξήντα έξη είπαμε

στην αμπολιά αντίο.

                  .

Όλοι μαζί, και ο καθείς

με το δικό του τρόπο,

αλλάξαμε τη ρότα μας

σ’ ένα καινούργιο τόπο.

                  .

Αθήνα και Εξάρχεια

η νέα μας πατρίδα˙

λίγα αμήν, πολλά αμάν

με φόντο την ελπίδα.

                   .

Το σπίτι πάντα ανοιχτό,

και οιονεί μεγάλο,

παρέες νέες και παλιές

«εν τέχναις» δίχως άλλο!

                     .

Αναστασίου και Χρι Πρι,

Κλίσιτς, Στεργίου, Κώτσης,

εις δε το μαγνητόφωνο

μονίμως …Μπιθικώτσης.

                      .

Με ένα μπρίκι του καφέ

σε άσβηστο γκαζάκι

το πάνθεον τρατάριζε

η μάνα με μεράκι.

                 .

Ο Ηλίας εν τοις χρώμασι

κι εγώ μες στα βιβλία,

όχι δεν λέγαμε ποτέ

στων φίλων τη χορεία.

.

Στο κέντρο και στις παρυφές

της «θείας» κουστωδίας

ο Γιώργος εμεγάλωσε

μετέχων της …παιδείας.

.

Αφίσες δεν κολλήσαμε

και ούτε ορντινάτσες

γινήκαμε σε εύσχημες

ή άσχημες λινάτσες.

.

Στις γκαλερί, στα σινεμά

και στο «Καραϊσκάκης»,

ως τρίδυμο πηγαίναμε

Ηλίας, Γιώργος, Μάκης.

.

Ο Γιώργος τη γραφιστική

μαθήτευσε στον Λία,

εκ των καλλίστων γραφιστών,

χωρίς αμφιβολία.

.

Σταθήκαμε στα πόδια μας

μέσα σε κάποια χρόνια

κι η μάνα μας πριν το φευγιό

χάρηκε πέντε εγγόνια.

.

Μετά τη δύσκολη στροφή,

στην τελική ευθεία,

μας πήρε και μας σήκωσε

ξανά η ατυχία.

.

Λίας και Γιώργος πια μαζί

στο τέμπλο των ονείρων

και χοηφόρος τους εγώ

την τύχη μου οικτίρων.

.

Προς την Ζαϊμη σαν κοιτώ

μη δω τους αδερφούς μου,

πως έχουν φύγει και οι δυο

δεν το χωρά ο νους μου,

.

Θα ’χουνε πάει για δουλειά

και θα ’χουνε αργήσει…

Ώσπου να ’ρθούν, μία σπονδή

θα κάνω προς τη δύση…

.


[i]  λειμώνες ασφοδέλων: κατά την ελληνική μυθολογία η πρώτη περιοχή του Άδη περιλαμβάνει τους λειμώνες με τους ασφόδελους (Οδύσσεια), όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται απελπισμένα. Οι ασφόδελοι θεωρούνταν σαν άνθη του πένθους.

[ii]  φρυάζω: (λαϊκότρ.) οργίζομαι πολύ, γίνομαι έξαλλος, μανιάζω: Φρύαξε από το κακό του. [ελνστ. φρυάσσω (αρχ. φρυάσσομαι)

[iii]  Άτροπος, η: Η Άτροπος εξέφρασε το αναπόφευκτο, το μοιραίο αλλά και το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων. Έκοβε τη ζωή των ανθρώπων με τα ψαλίδια της, ενώ η Κλωθώ γυρίζε το νήμα της ζωής και η Λάχεση μετρούσε τη διάρκεια (οι Τρεις Μοιρες).

[iv] .Τάκη-Πλούμας, ο: ο ήρωας του ομώνυμου λυρικού ποιήματος του Μιλτιάδη Μαλακάση.

[v] .υετός, ο: η βροχή

.

ΑΙΣΙΜΟΝ ΗΜΑΡ[i]

.

Ωκύμοροι[ii] οι άριστοι

και άφθαρτη η μωρία˙

είναι το ζην μας, απορώ,

πόρος ή απορία;

.

Ο άνθρωπος μεσ’ τη ζωή

τα πάντα συνηθίζει,

εκτός από το θάνατο

που όλους μας ορίζει.

.

Όταν ψυχές ερατεινές[iii]

περνούν στην άλλη όχθη,

βαρύτεροι σου φαίνονται

του βίου σου οι μόχθοι.

,

Σου λένε φίλοι και γνωστοί

να μην το βάνεις κάτω

κι …ου πρέπον να λιποψυχάς,

ώσπου να πιάσεις… πάτο!

.

Κατάρα είναι στυγερή

να γίνεις …Μαθουσάλας

και τάφους φίλων κι αδερφιών

να κήδεσαι ο τάλας!

.

Βεβαίως τέτοιο κίνδυνο

πολύ δεν διατρέχω,

αφού για το «προσδόκιμο»

γονίδια …ουκ έχω.

.

Κανείς δεν ξέρει, ευτυχώς,

το αύριο τι φέρνει,

όμως το σήμερα, αλί,

στη δίνη του μας σέρνει.

.

Παροιμιών και γνωμικών

«σοφία» με πλακώνει,

πως η χαρά και η ζωή,

«εν τάφω» δεν τελειώνει!

.

Καλό να πείθεις εαυτόν

κι αλλήλους με τοιαύτα,

μα αν συμβεί το σοβαρό,

τα παραμύθια κλαύτα!

.

Των ευσεβών τα έπεα,

γυρίζουν στο μυαλό μου

και γίνονται πτερόεντα

από τον λογισμό μου.

.

Μ’ εξαίρεση την πιο σοφή

παραίνεση: «κουράγιο!»,

κάλλιο  η άκρα σιωπή

ως της ψυχής καρνάγιο.

.

Συνήθως μέσα στην αχλύ[iv]

της κορυφαίας λύπης,

λόγια τινά σου πέφτουνε

σαν τον …ιό της γρίπης!

.

«Να’ναι καλά», ακούς συχνά,

«…εκεί που θα πάει»,

λες και ταξίδι έκανε

για σέρφινγκ στη …Χαβάη!

.

 «Τον πήρε» λένε «ο Θεός

γιατί τον αγαπούσε»!

.Θα ήταν προτιμότερο,

για μας, αν τον… μισούσε!

.

Αν ο Θεός «ους αγαπά»

τους παίρνει «άρον – άρον»,

ο κόσμος, είναι φυσικό,

να βρίθει εκ…μαγάρων!

.

Το ότι τα καθάρματα

μας έχουν κατακλύσει,

ελπίζω να μην έγινε,

παπαί, θεία βουλήσει!

..

Λοιπόν εγώ, ω! ευσεβείς,

ων κυνικός, δηλώνω:

«Στο προς εμέ ποτήριον

θέλω …ουίσκι, μόνο!»

.

Μας χόρτασε ο… Ύψιστος

απ’ την πολλή «λατρεία»,

πολύ μας …υποχρέωσε (!),

κι ας κάνει εκεχειρία!

.

Αδέρφια δυό και φίλοι τρεις,

ξαδέρφια άλλα τόσα

πληρώσαν τον Αχέροντα

με όβολα καμπόσα.

.

Τοιαύτη θεία εύνοια

(το λέγω, ευσεβείς…)

εγώ δεν την ασπάζομαι,

αλλά μπορεί …εσείς!

.

Όσοι πιστοί προσέλθετε,

εύκαιρο γαρ …λακκούλη

θα βρούμε για ανάπαυση

εν κόλποις… Αβραμούλη!

.

Εγώ δηλώνω: μ’ Αβραάμ

παρτίδες δεν γουστάρω!

Παρά τη …Φρύνη σούμπιτος

μπορώ να αριβάρω!

.

Εάν δεν είναι εύκαιρη,

καλή κι η Χρυσηίς,

αλλά τη Σάρα κρύφτε την

ή πάρτε την εσείς!

.

Μπα! δεν σας βλέπω πρόθυμους

να βρείτε τον Θεούλη

κι εκ δεξιών να κάτσετε

ψηλά στον …ουρανούλη!

.

Και μάλλον ο Παράδεισος

μονόπαντα θα γέρνει,

αφού ους ξεύρω ο Πατήρ

εκ δεξιών τους παίρνει!

.

Εκτός κι αν φεύγουν από δω

με συνημμένη …στάμπα:

«Αριστερός, προσέχτε τον

μην πιάσει θέση …τσάμπα!»

.

Εγώ, ως λάβρος (!) χριστιανός,

την θέση μου σας δίνω˙

στα πλαίσια του «μάταιου».

ολίγον ας … ξεμείνω!

.

Μάλλον δεν θα ’μαι εκ δεξιών,

μηδέ εξ ευωνύμων…

Ίσως… στο βάθος σε σκαμπό

μετά των ανωνύμων.

.

Όσοι  θρηνούν αυτόματα

και κλαίνε με …αμπούλες,

θα κάθονται στα όπισθεν

με βουλευτές και μπούλες.

.

Μιλώ γι’ αυτούς που χαίρονται

μόλις ακούν «κηδεία»

κι οι γευστικοί τους κάλυκες

σπυρνών έχουν παιδεία.

.

Που κλαίνε και οδύρονται

ωσάν την Ιοκάστη

και εύχονται να είχανε

κηδείες καθ’ εκάστη.

.

Σ’ αυτούς λοιπόν παραχωρώ

τη θέση μου ανέτως

και θα τους κλαύσω γοερώς,

αν θέλουν, κι από …φέτος!

.

Εγώ δεν νείρομαι θεούς

αλλά δασά πλατάνια

κι όταν ξαπλώνω προτιμώ

αντί  χοός[v]… ντιβάνια!

.

Διότι τον φόρο πλήρωσα,

όχι με την «δεκάτη»,

αλλά με βίου στέρηση

ν’ ακούω την «ενάτη»!

.

Από νωρίς βασίλεψαν

δυό εκ δελφύος άστρα

και οι χαρές πια μοιάζουνε

μ’ ερειπωμένα κάστρα.

.

Καλά τα περιτράπεζα

και η παρηγοριά τους,

όμως πολύ καλύτερα

αν είσαι μακριά τους.

.

Αν πάρεις σβάρνα τους Δαυίδ

και χίλιες υμνωδίες,

μπροστά στον πόνο σου ηχούν

ατόφιες χασμωδίες.

.

Ο πόνος είναι μαχαιριά

κι αλί… δεν διαθλάται˙

η θλίψη είν’ ωκεανός

π’ ουδέποτε κοιμάται.

.

Βυθίζεσαι και χάνεσαι

κι ως βγαίνεις για ανάσα,

ακούς την άτιμη ζωή:

.

«Μπες μέσα ρε μπαγάσα!».

Όμως εγώ τις συμβουλές

τις πήρα κατά γράμμα

κι ευθύς εντός μου άρχισε

το κατά λύπης δράμα.

.

Είπα στον άλλο μ’ εαυτό:

«Ρέεε, μη στενοχωριέεεσαι…»

και κείνος ευγενέστατος:

.

«Ρε φίλε, δεν γ………!»

Κει που τον νόμιζα βουβό,

λαλίστατος μου βγήκε˙

να τον καλμάρω ήθελα

κι εν τούτοις, μου τη βγήκε!

.

Με τόσα γράμματα, ωϊμέ!

και βγήκε βωμολόχος,

τόσο μπουχό δεν θα ’βγαζε

κι αν ήταν …καπνοδόχος!

.

«Μην θεωρείς, μωρέ Φανέ,

το “είναι” για κλητήρα…

“κοίτα να δεις αν έρχομαι

ή φέρε μου μια μπύρα”;»

.

«Τάχα σου δείχνω, εαυτέ,

πως μοιάζω με μαζόχα,

πως θέλω να πικραίνομαι,

λες κι όρεξη να το’χα;»

.

«Το ξέρω, όλοι οι γνωστοί

από καρδιάς μιλάνε,

όταν σου λεν ψιθυριστά:

“άστα αδερφέ να πάνε!” …»

.

«Ωραία! Ας τ’ αφήσουμε,

μα να που δεν σ’ αφήνουν!

Αχ, να ’χε πόρτες το μυαλό

που από μέσα κλείνουν!»

.

«Εκτός κι αν ήρθες στο ντουνιά

με σύνδρομο …Ναρκίσσου,

ήγουν …αγάπα εαυτόν

και άντε …καθρεφτίσου!»

.

«Επίσης αν γεννήθηκες

με δέρμα γουρνοπούλας

και ούτω για χονδρόπετσος

περνιέσαι μετά βούλας.»

.

«Αν τότε όλα ξώφαλτσα

μπορείς να κουμαντάρεις,

μπες σε κλουβί να κελαϊδάς

ή άντε να φουντάρεις!»

.

«Με μέτρα αν γεννήθηκες

κανονικού απτήνος[vi],

θα χαίρεσαι και θα πονάς˙

στο λέω υπευθύνως!»

.

«Ο πόνος σου κανονικά

τον κύκλο του θα κάνει,

θ’ αφήσει τα σημάδια του

που βλέμμα δεν τα πιάνει.»

.

«Άσε με ήσυχο λοιπόν,

δεν είμ’ εγώ για ”όπα”,

ώσπου να γίνω νηπενθής[vii],

θέλω καιρό, σου το’πα!»

.

«Δεν είμ’ εγώ για Άϊ-Συμιούς,

γιορτές και πανηγύρια,

σαν οι πληγές είναι νωπές

τα κόβω τα γιοφύρια.»

.

«Βεβαίως, φίλοι ή συγγενείς,

είναι δικαίωμά τους,

αρματωμένοι κι ιππαστί,

να κάνουν τη δουλειά τους!»

.

«Οι εν χορδαίς βουλόμενοι

ηδέως να …πενθώσιν

ας φάγωσιν, ας πίωσιν

και ας …ξεπατωθώσιν!»

.

«Ευρίσκω όμως πένθιμη

και εν πολλοίς αστεία,

την πρόφαση που χρίζεται

ως…δικαιολογία!»

 .

«Εμείς δεν θα γιορτάσουμε

γιατί …βαρυπενθούμε,

παρόλο που ολοχρονίς,

για κάτι τέτοια ζούμε!»

.

«Ο μακαρίτης όμως ψες

ήρθε στο όνειρό μου:

“Κοίτα μωρέ μη και δεν πας,

γαμώ το κέρατό μου!”»

.

«Θα πάμε, τι να κάνουμε,

αφού το’θελε έτσι…

Σε …μαύρη σούβλα θα ψηθεί

όμως το …κοκορέτσι!»

.

«Λόγω του πένθους, το αρνί

θα σουβλιστεί εν …σκότει,

μαύροι θα είν’ οι …άνθρακες

και σκούρο το ..συκώτι!»

.

«Μαύρη ζυγιά θα έχουμε,

μαύρο ψωμί θα φάμε

και «μαύρα» θ’ αγοράσουμε

τα ντόλαρς που πετάμε.»

.

«Μαύρος θα είναι ο ντουλαμάς,

μαύρο κι αυτό το φέσι,

μαύρη η φούντα στο καλτσόν

και σ’ όποιονε αρέσει!»

.

«Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά

κι εμείς εδώ πενθούμε,

τα στείλαμε στην ψησταριά…

του χρόνου πια θα δούμε…»

.

«Τα παλληκάρια σαν πονούν

έχουν στον πόνο βάθος,

κι όσοι θρυλούν τ’ αντίθετα

πέφτουν, Φανέ, σε λάθος!»

.

Με πήρες σβάρνα, εαυτέ,

δεν έχω που να κάνω,

δυό λόγια είπα να σου πώ,

και βγήκες από πάνω!

.

Αν θέλεις κλείσου μέσα σου,

κατέβασε παντζούρια

κι άκου τα ρέκβιεμ σειρά

χωρίς καμμία φούρια!

.

Στο κάτω κάτω της γραφής

δεν είσαι και ο μόνος,

υπάρχουν και χειρότερα,

τρώει πολλούς ο Κρόνος!

.

«Με πρόκοψες, μωρέ Φανέ,

με την παρηγοριά σου!

Άλλες οι πίκρες αλλουνών

και άλλη η δικιά σου.»

.

«Δεν γίνεται συγκερασμός

της εν τω κόσμω θλίψης,

να κάνουμε …εξαγωγές

όπου σοβούν …ελλείψεις!»

.

«Λυπό-μετρο δεν βρέθηκε

να κάνουμε συγκρίσεις,

το βάρος της απώλειας

και άλλες αναλύσεις!»

.

«Πλην των αμέσων συγγενών

κι ενίων φίλων μόνο,

οι ρέστοι… τελεγραφικώς

αισθάνονται τον πόνο!»

.

«Το λούκι είν’ ατομικό

και ο καθένας μόνος

σερνάμενος θα το διαβεί,

μα απαιτείται χρόνος.»

.

«Καθένας με τον πόνο του

κι εγώ με τον δικό μου,

άσε με ήσυχο λοιπόν

και φέρε το ποτό μου!»

.

Σκεφθείτε τι θα τράβαγα

αν ήταν και …βαζέλα˙

ο έτερός μου εαυτός

έχει χτυπήσει …μπιέλα!

.


[i]  αίσιμον ήμαρ, το: η ημέρα του θανάτου, το πεπρωμένο, η ειμαρμένη (< Αίσα = Μοίρα)

[ii]  ωκύμορος, ο: επίθ. ο προώρως αποθνήσκων (< ωκύς=ταχύς + μόρος=θάνατος)

[iii] ερατεινός, -η, -ο « αγαπημένος, προσφιλής

[iv]  αχλύς –ύος, η: συννεφιά, θολούρα

[v] χούς, -(χοός) , ο: το χώμα

[vi] απτήν, -ήνος, ο: θνητός, άνθρωπος

[vii] νηπενθής, ο: ο μη πενθών (νη (στερητ.) + πένθος)

Το κείμενο «ΛΥΠΗΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ» σε pdf : ΛΥΠΗΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

«Με γέλασαν μια χαραυγή» Λα΄κης Χαλκιάς

http://www.youtube.com/watch?v=xQ03ga_3EHk

Advertisements

~ από MAKIS στο Ιουνίου 1, 2011.

Ένα Σχόλιο to “ΛΥΠΗΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ”

  1. …….. ο θρηνωδης ποιητικος λογος σας τελειος , αλλα ηθελε θυσια θάνατο για να γεννηθη και μαλιστα θυσία μεγάλου κόστους . κριμα να συμβαινουν ετσι δυσαρεστα πολλά γεγονοτα , απο φερσιματα σκληρα της ζωής κατα του εαυτού της ή συμβαίνουν λόγω αναγκών κάποιας αντιζωής συνυπαρχουσης και συνεργαζομενης με την ζωήν?…………. δεχομεθα δε δεχομεθα τα της ζωής δια ουδεν ερωτωμεθα ……………

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: