ΜΝΗΜΗ ΤΑΚΗ ΚΡΗΤΑ

ΤΑΚΗΣ ΚΡΗΤΑΣ

ΣΚΙΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

(Μνήμη Τάκη Κρήτα)

Ράθυμος εστί η ψυχή μου έως θανάτου. Ράθυμος και η γραφίδα μου να ακολουθήσει τους ειρμούς μου στις ατραπούς τής θλίψης όπου απανωτά μάς σέρνει, για μια ακόμα φορά, μια αδυσώπητη και ανελέητη μοίρα. Οι μέρες οι καλές έχουν περάσει  ανεπιστρεπτί. Ο κύκλος τών χαμένων φίλων γύρω μας έχει μεγαλώσει τόσο απελπιστικά, που οι εντός μου επάλληλες ελλείψεις έχουνε γίνει βρόχος στην τάλαινα ψυχή μου.

Δεν πρόλαβε καλά – καλά να περάσει ένας μήνας και πριν ακόμα χωνέψουμε πως χάσαμε τον φίλο μας τον Χρήστο Τσιμενίδη, ένα άλλο απανωτό χτύπημα, εντελώς απρόσμενο και το ίδιο βαρύ, ήρθε να προστεθεί στον προηγούμενο πόνο μας. Ο έτερος τών διοσκούρων, ο αγαπημένος φίλος και αδερφός Τάκης Κρήτας, πληρώνοντας φόρο ζωής στην ακρισία τής ειμαρμένης του, έφυγε – πολύ νωρίς και αυτός – από κοντά μας. Ο Χάρος μάς βρήκε μπόσικους αυτό το καλοκαίρι και έστησε το μακάβριο αλώνι του στη δική μας τη γειτονιά, για να θερίσει ψυχές και όνειρα, παίρνοντας τα καλύτερα παιδιά και τριτώνοντας το κακό που είχε ήδη ξεκινήσει το προηγούμενο καλοκαίρι με τον Παύλο Κυράγγελο.

Ο παιδικός μας φίλος, ο Τάκης με το αιώνιο χαμόγελο και την απέραντη καρδιά, προδόθηκε από την καρδιά του την ίδια και στις αρχές τού Αυγούστου πέρασε, από την όχθη τής ζωής, στην αντίπερα όχθη της Αχερουσίας. Κάμποσους μήνες πριν, είχε περάσει αλώβητος την στενωπό μιας άλλης περιπέτειας τής υγείας του, το βάρος τής οποίας είχε επιλέξει να το σηκώσει – ως ένα σημείο – σχεδόν μόνος του, μη θέλοντας να επιβαρύνει ψυχικά κανέναν από τους οικείους του και τους φίλους του. Οι περισσότεροι από μας γίναμε κοινωνοί αυτού τού γεγονότος, μόλις στο πρώτο επισκεπτήριο. Η λεπτότητα και η ευγένεια τού ανθρώπου που θέλει να περνά διακριτικά από τη ζωή, χωρίς να επιβαρύνει  κανέναν, στο απώγειό της! Επακολούθησαν ημέρες αγωνίας, αλλά τελικά όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Εργασιομανής, όπως ήταν, και με το …δικαίωμα που του έδινε η ιδιότητά του ως γιατρού, συντόμευσε το στάδιο τής ανάρρωσής του και άρχισε σταδιακά να μπαίνει στους παλιούς του ρυθμούς. Όλα πήγαιναν καλά και τίποτα δεν προιωνιζόταν το αδόκητο τέλος του, τήν 10ης Αυγούστου του 2009. Εν τούτοις, φέρνοντας στο μυαλό μου την τελευταία φορά που είδα τον Τάκη, ακριβώς σαράντα μέρες νωρίτερα, στη γαμήλια δεξίωση τού Τάκη Κουτσογιάννη, όπου μετά από μια ανεπανάληπτη  βραδιά ευθυμίας και καθώς αποχαιρετιόμασταν, τον θυμάμαι που σχολίαζε, αστειευόμενος: «Γελάσαμε πολύ απόψε, μακάρι να μας βγει σε καλό!». Προαίσθημα ή τρόπος τού λέγειν;

Προικισμένος με το ψυχικό μεγαλείο και την ευαισθησία τών ανθρώπων που τοποθετούν τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με την ιδέα τής προσφοράς προς ένα ανεξάντλητο φάσμα αποδεκτών, ο Τάκης σήκωνε – πάντα χαμογελαστά και αγόγγυστα – τα αλλότρια άχθη, με την ανιδιοτέλεια τού καλού ανθρώπου. Του ανθρώπου που αντλεί ευτυχία μοιράζοντας ευτυχία γύρω του. Ο συνδυασμός αυτών τών αρετών με την επιστημονική γνώση και το ταλέντο, στο πρόσωπο ενός γιατρού, αποτελεί το ιδανικό αμάλγαμα για την καταξίωση τού λειτουργήματος τής ιατρικής, τής επιστήμης που είχε επιλέξει ο δικός μας Τάκης να θεραπεύει. Ο γιατρός Κρήτας, καταξιωμένος ορθοπεδικός, δεν έβλεπε τούς ασθενείς του σαν «περιστατικά». Με την ανθρωπιά και την καλωσύνη που τον διέκρινε, κουβάλαγε τα άχθη τους επάνω του και ξαλάφρωνε μόνο μετά το εξιτήριό τους, χωρίς και μετά απ’ αυτό να παύει να νοιάζεται για την παραπέρα πορεία τους. Η ψυχή του και το λειτούργημά του, καταφυγή απάντων. Αδιακρίτως και ανιδιοτελώς. Δεν είναι τυχαίο που ο απροσδόκητος χαμός του συγκλόνισε όσους τον ήξεραν, ή είχαν ακούσει για αυτόν, στη γενέτειρά του, το Μεσολόγγι, στο χωριό τού πατέρα του, τη Γουριά, και στο Αιτωλικό, απ’ όπου κατάγεται η μάνα του. Ενα παλιρροϊκό κύμα δακρύων από την επαρχία Μεσολογγίου ήρθε και κατέκλυσε την Αθήνα, για να ενωθεί με τον Κωκυτό λύπης τών συναδέλφων του, από το Ασκληπιείο Βούλας, και τις οιμωγές τών ανθρώπων τής οικογένειάς του. Με τι λόγια να παρηγορήσει κανείς τη γυναίκα του, τη Ρίτα, δεσμό αγάπης, σύμπνοιας και κοινών αρετών, από τα φοιτητικά ακόμα χρόνια, για την απώλεια του συντρόφου της; Και πόσο κουράγιο θα πρέπει να ανασύρει η ίδια, από τα βάθη τής ψυχής της, για να σταθεί στα δυό παιδιά τους, την Κέλλυ και τον Πάνο, που αν και έχουν πάρει το δρόμο τους, είχαν ακόμα ανάγκη από τη στιβαρή παρουσία και την αγάπη τού πατέρα τους; Και τι να πουν στη μάνα του, την κυρά Κούλα, οι δύο τραγικές αδελφές τού Τάκη, η Όλγα και η Τζένη, που τον υπεραγαπούσαν και τον καμάρωναν; Πόσα «κατά συνθήκη ψεύδη» θα πρέπει να σκαρφιστούν για να παραπλανήσουν την υπέργηρη μητέρα τους, ώστε να μην αντιληφθεί την «απουσία» τού μονάκριβου γυιού της και να σκεδάσουν, την ίδια στιγμή, την ανομολόγητη ανατροπή τής φυσικής τάξης τών πραγμάτων που επεφύλασε στην οικογένειά τους μια άδικη μοίρα;

Για όσους πιστεύουν στο «επέκεινα», ο Τάκης ευρίσκεται εκ τού ασφαλούς στις τάξεις τών δικαίων. Και αυτό μεν μπορεί να είναι μια γλυκειά παραμυθία στις ψυχές τών ανθρώπων που τον αγάπησαν, και ιδιαίτερα τών οικείων του, όμως, εάν μπορούσαν να διαλέξουν μεταξύ τής «αγάπης» τού Θεού που – κατά τις δοξασίες τών θεοσεβών – καλεί κοντά του «ους αγαπά»,  και τής δικής τους αγάπης – που τον ήθελε δίπλα τους, είναι βέβαιο πως θα διάλεγαν το δεύτερο. Προσωπικά, θα ήθελα τον Τάκη κοντά μας, όπως θα ήθελα και τον Ηλία, και τον Χρήστο, και όλους όσοι έφυγαν νωρίς, πριν διαγράψουν ολόκληρο τον κύκλο τους. Δυστυχώς, αυτή είναι η η μοίρα μας και αυτή είναι η ζωή μας. «Χωρίς φτερά, περαστικοί, δυστυχισμένοι θνητοί», όπως λέει και ο Αριστοφάνης. Σκιές ονείρων. Ονείρων που φεύγουν και αφήνουν μέσα μας τις σκιές τους και μια πίκρα δυσβάσταχτη, φορτίο ασήκωτο για το υπόλοιπο τής μέρας ή τής ζωής. Καθώς, το όνειρο τού Τάκη φτέρούγισε για μακριά, η σκιά του έμεινε δίπλα μας, παρέα αχώριστη με τη δική μας σκιά. Ο Τάκης θα βρίσκεται πάντα δίπλα μας, γιατί είναι εγκλωβισμένος στην καρδιά μας και κανένας Θεός, σκληρός και άκαρδος, και καμμιά μοίρα δεν μπορεί να τον ξεριζώσει από μέσα μας. Θα βρίσκεται σε κάθε καλή κουβέντα μας, σε κάθε όμορφη μουσική, σε κάθε ποτήρι που θα εγείρουμε, στις χαρές μας και στις λύπες μας, θα είναι πάντα μαζί μας. Η προσήλωσή του στις αξίες, που κάνουν γόνιμο το πέρασμά μας από τη ζωή, και η ανεπιτήδευτη αγάπη του για τον «πλησίον», ήταν αυτά που καταξίωσαν τον φίλο μας στις καρδιές και τη συνείδηση όλων. Έτσι που η φιλία του να είναι λόγος περηφάνιας για όσους την αξιώθηκαν.

Ο Τάκης ευτύχησε να συνοδεύσει την κόρη του Κέλλυ νύφη στην εκκλησία. Μια χαρά ανείπωτη για κάθε πατέρα. Μια χαρά που τη μοιραστήκαμε μαζί του, μόλις δύο μήνες πριν από το τραγικό γεγονός τής αναχώρησής του. Δεν πρόλαβε, δυστυχώς, να γευτεί τη χαρά τού εγγονιού που, όσον ούπω, έρχεται και που εύχομαι να αποτελέσει το βάλσαμο στις ψυχές όλων. Μαζί με το προαιώνιο γιατρικό που λέγεται χρόνος.

Ο Δημήτρης Κρήτας γεννήθηκε στις 10 του Φλεβάρη τού 1948 στο Μεσολόγγι, όπου έζησε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά του χρόνια, δίπλα στη λιμνοθάλασσα. Γυιος τού Παναγιώτη Κρήτα από τη Γουριά, καθηγητή φιλόλογου και γυμνασιάρχη τής Παλαμαϊκής Σχολής, και τής Αγγελικής, το γένος Τρικαλινού από το Αιτωλικό, τής καθ’ ημάς κυρά – Κούλας, μεγάλωσε, μαζί με τις δύο μεγαλύτερες αδερφές του, Τζένη και Όλγα, σε ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον όπου κυριαρχούσε η αγάπη, η αξιοπρέπεια και το μέτρο. Η γειτονιά του, η ενορία τού Άϊ-Σπυρίδωνα, ήταν για τον Τάκη – όπως τον φωνάζαμε – ο κόσμος ολόκληρος. Ένας κόσμος αλλοιώτικος από τους άλλους, όπου τα παιδιά έπαιζαν κλεφτοπόλεμο στο σοκάκι που πρωτοέπαιξε και έζησε ο Παλαμάς, έπαιζαν αμάδες και κότσια μπροστά από το σπίτι τού Μαλακάση, κάπνισαν στη ζούλα το πρώτο τους τσιγάρο στο σπίτι τού Τρικούπη, ονειροπολούσαν αγναντεύοντας τη θάλασσα πλάϊ στο μνημείο τού Μάγερ, μάθαιναν ιστορία από την τοπογραφία τής πόλης και αντλούσαν περηφάνεια κάνοντας περιπάτους στον Κήπο τών Ηρώων. Παρά το αυστηρό πρωτόκολλο συμπεριφοράς, λόγω τής ιδιότητος τού πατρός Κρήτα, το «Κρητόπουλο» δεν …μάσαγε από «νόρμες» και τα τοιαύτα! Τα καλοκαίρια, ενταγμένος απόλυτα στο ξυπόλυτο τάγμα τών φίλων τής γειτονιάς, με περιβολή ένα μαύρο σώβρακο και μια άσπρη αθλητική φανέλα, αλώνιζε τα «σάλτσινα» ώρες ατέλειωτες. Με τη μπάλα, με το «πατινάζ» πάνω στο βρεγμένο σάλτσινο, με τον πετροπόλεμο και όλο τον απίθανο παιγνιο-πλουραλισμό τής παιδικής φαντασίας. Και όταν σουρούπωνε, έβγαιναν οι μανάδες με τη σειρά σε αναζήτηση τών βλασταριών τους, πότε φωνάζοντας μακρόσυρτα τα ονόματά τους και πότε ρωτώντας «Μην είδατε μαρές το ξεπατωμένο;».

Ο Τάκης ήταν μανιώδης ψαράς και μαζί με τον φίλο του Χρήστο Τσιμενίδη, που «έφυγε» μόλις ένα μήνα νωρίτερα, τον Γιάννο, τον Νίκο και άλλους, απολάμβανε για ώρες ολόκληρες την καλοκαιρινή μαγεία τού ψαρέματος στη λιμνοθάλασσα, συνήθως με πετονιά στην Τρίτη Καμάρα. Και το αποτέλεσμα σπάνια ήταν ευκαταφρόνητο! Το χειμώνα, στις μέρες τής ατέλειωτης βροχής, το παιγνίδι γινόταν πλέον «αστικό» και στεγαζόταν κάτω από τους τσίγκινους μόντζους ή τα ερείπια τών κατάλοιπων τής «κατοχής», σε «συνωμοτικές» συνάξεις, πότε για «χαρτιά», τριανταένα ή κολτσίνα, πότε για σταυροκόνι ή σκορδομπάτς και πότε για καμμιά «πρώϊμη», φυσικώς απαγορευμένη και εξόχως …αντιστασιακή, τζούρα «Ματσάγκου Εξαιρετικά»! Οι πρώϊμες ερωτικές του αναζητήσεις με τα ολιγάριθμα κορίτσια τής γειτονιάς, έφερναν πλειστάκις την κυρά Κούλα στα όρια τής «υστερίας»! Οι εκφράσεις απελπισίας «κακοπόπαθα η κακομοίρα» και «κακοχρονάχ’ς ξεπατωμένο», έχουν μείνει «ιστορικές»! Το παρατσούκλι Ψωμοτύριας, ιστορική φιγούρα τού «Φανού» διαχρονικώς, δοσμένο και αυτό από τον «νονό» όλων μας   Αγάπιο, τού έδινε τήν αύρα τής …διαολιάς, συνειρμικώς «κληρονομημένης» από τον αυθεντικό …Ψωμοτύρια (Τσιμπερλένιο), νυν Γάλλο πολίτη και ίσως …ακαδημαϊκό! Όμως, και το παιγνίδι και οι «διαολιές», στα όρια τού μέτρου. Το σχολείο, σχολείο και οι επιδόσεις πάντα εξαιρετικές, μια καλή παρακαταθήκη για τη μετέπειτα επιτυχία του στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Χωρίς το …στίγμα τού «σπασίκλα», επ’ ουδενί! Δεν θα ταίριαζε άλλωστε στην ιδιοσυγκρασία του, εικόνα και καθομοίωση τής μεγαλύτερής του αδελφής, τής Όλγας. Και ο γυμνασιάρχης πατέρας του, οιονεί «κέρβερος» για όλους, άνευ διακρίσεων. Οι περιορισμοί στη νυκτερινή κυκλοφορία, στα σφαιριστήρια και στον κινηματογράφο ήταν …οικουμενικοί. Όπως το φόρεμα τού πηληκίου και η – σχεδόν εν χρω – κουρά τής κεφαλής.

Ο Τάκης ήταν ένα ξεχωριστό άτομο. Με την προίκα τού αιώνιου χαμόγελου που δίνει η φύση σε όλους τούς καλόκαρδους ανθρώπους και με την αύρα τής ευγένειας που ξεχειλίζει από μια ευαίσθητη ψυχή, ο Δημήτρης είχε το χάρισμα να έλκει την φιλία και το ταλέντο να την διατηρεί εφ΄όρου ζωής , αλλά και να την μετατρέπει σε όρο ζωής. Φιλίες που προσέθετε σε παλιότερες φιλίες, και όλες να τις φροντίζει και να τις καλλιεργεί σαν σπάνια λουλούδια. Παράλληλα ήταν ένα άτομο που αγαπούσε τη ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις και δεν παρέλειπε να τιμά κάθε πτυχή της. Στα μαθητικά πάρτυ, πρώτα στο Μεσολόγγι, τήν εποχή τού βερμούτ και τής μπανάνας και αργότερα στην Αθήνα, όπου τελείωσε το Λύκειο, συμμετείχε «ψυχή τε και σώματι».Του άρεσε ο χορός, ιδιαίτερα το ζεϊμπέκικο, ενώ και στο ποτό δεν «κόλωνε», εάν το κέφι και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα το καλούσε. Στην παρέα ήταν πάντοτε το «συν» και ουδέποτε το «μείον». Έτσι ακριβώς τον θυμούνται και οι συμφοιτητές του στο Πανεπιστήμιο, όπου μπήκε αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το  Λύκειο, το 1966. Στα φοιτητικά του χρόνια, γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Ρίτα Κουρτάκη που πολύ εύκολα μπήκε στην παρέα μας και στην δική μας καρδιά. Το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό και η επαφή μαζί τους πάντα απολαυστική.

Την Τετάρτη 5 Αυγούστου είχα ραντεβού με τον Τάκη και τον Λιάκο για ένα καφέ στα Εξάρχεια. Για κάποιο λόγο το ραντεβού αναβλήθηκε και το ορίσαμε για την επόμενη Τετάρτη, στις 12 Αυγούστου. Εκείνη την Τετάρτη ήπιαμε, με τον Λιάκο και τους άλλους συμμαθητές και φίλους, «πικρό» καφέ στη Ριζούπολη, στο στερνό κατευόδιο τού φίλου μας Τάκη.

«Όλα είναι ένα ψέμμα,

Μια ανάσα, μια πνοή,

Σαν λουλούδι κάποιο χέρι

Θα μας κόψει μιαν αυγή.»

Έστω αυτό το ζεϊμπέκικο στη μνήμη του λεβέντη φίλου μας, τού Τάκη Κρήτα.

Μ.Π.


Advertisements

~ από MAKIS στο Σεπτεμβρίου 10, 2009.

3 Σχόλια to “ΜΝΗΜΗ ΤΑΚΗ ΚΡΗΤΑ”

  1. M.Π εισαι τρομερος .οχι μονο γιατι μου θυμισες τον ΤΑΚΗ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ τοσο αδικα αλλα και τα τοσο ωραια πραγματα και ενδιαφεροντα που ζησαμε την παιδικη μας ηλικια. Σε φιλω …ο μεγαλυτερος αδερφος του ΝΙΚΟΥ , ΜΙΧΑΛΗΣ.

  2. Κάθε φορά που το διαβάζω (και πίστεψέ με το έχω διαβάσει πάρα πολλές φορές) κλαίω και ταυτόχρονα νιώθω πολύ περίφανος που γνώρισα τον Τάκη, τον δικό μας Τάκη. Λεωνίδας

  3. σ’ευχαριστούμε για όλα όσα γράψατε για τον αγαπημένο μας θείο Τάκη ,η αλήθεια είναι ότι όποιος τον γνώρισε νιώθει περηφάνια και χαρά για τη ζεστασιά και την αγάπη του… ήταν ξεχωριστός …ο αγαπημένος μας θειος.. σαν να τον δανείστηκε η γη για λιγο απο τους αγγέλους του ουρανου και δεν ειναι υπερβολή ειναι η αληθεια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: