ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ

(Κατευοδώνοντας τον Χρήστο)

Χρήστος Τσιμενίδης 

Γυρίζοντας από το κοιμητήριο τής Δάφνης στο σπίτι μου, εκείνο το απόγευμα τής 14ης Ιουλίου, όπου μόλις είχαμε συνοδέψει τον φίλο μας Χρήστο Τσιμενίδη στο μοναχικότερο ταξίδι τής ζωής του, στο μυαλό μου στριφογύριζε επίμονα το ρεφραίν ενός τραγουδιού τού Καζαντζίδη:

    

«Πάει κι αυτός, πάει κι αυτός, ο αητός και το λιοντάρι,

τους ωραίους μαύρη μοίρα μάς τους παίρνεις άπονα,

Πάει κι αυτός, πάει κι αυτός, κι απ’ τον κόσμο αυτό θα πάρει

δυο λουλούδια, λίγα δάκρυα και πολλά παράπονα.»

     

Ο φίλος μας Χρήστος έφυγε από κοντά μας στις 13 Ιουλίου τού 2009, ολύμπιος, αξιοπρεπής και όρθιος, προλαβαίνοντας τη μοίρα του σε ότι επαχθέστερο είχε γραμμένο στα κιτάπια της για λογαριασμό του.

Μόλις μια μέρα πριν βρισκόμουνα στο Μεσολόγγι και σε μια συζήτηση, σχετικά με την ατυχία και τη μοίρα, άκουσα μια ιστορία για την απίστευτη ατυχία κάποιου που, ενώ έκανε αμέριμνος τη βόλτα του στην πλατεία τού χωριού του, δαγκώθηκε από μια οχιά – που έπεσε από το ράμφος ενός πελαργού – και μετά από λίγο πέθανε! Την ίδια στιγμή που άκουγα την ιστορία, ερχόταν στο μυαλό μου και η περίπτωση τού αδερφικού φίλου μου Χρήστου Τσιμενίδη, που ξαφνικά – πριν δύο περίπου χρόνια – εκεί που η ζωή του κύλαγε ομαλά και όμορφα, χτυπήθηκε από μια σπάνια αρρώστια, ίδια οχιά ουρανοκατέβατη και φαρμακερή, που κάποια μοίρα σκληρή και αποτρόπαια τού έρριξε στο δρόμο του, σμπαράλιασε τη ζωή του και, πριν καλά – καλά το καταλάβουμε, τον αφάνισε. Ποιόν; Τον Χρήστο! Τον υγιέστερο και εγκρατέστερο όλων μας!

Τι τραγική ειρωνία για τον φίλο μας, τον παιδικό και αγαπημένο που,  παιδιά ακόμα, τον μακαρίζαμε για την καλή του τύχη στα παιγνίδια μας – κότσια, σταυροκόνι, μπίλιες, χαρτιά και άλλα – αποκαλώντας τον …«παιδί τής Παναγίας»! Οι σαλτσινίσιες εμπνεύσεις μας, στα παιγνίδια, στις διαολιές και στα παρατσούκλια, δεν είχαν όριο. «Παιδί τής Παναγίας»! Τι ευφάνταστο και …θεοσεβές προσωνύμιο για τον θεωρούμενο «τυχερό» τής παρέας! Και αναρωτιέμαι σήμερα, κάνοντας ένα θλιβερό απολογισμό των συμβάντων μιας ζωής, εάν ήταν πράγματι, ο Χρήστος Τσιμενίδης, ή Τσιμεντίδης, όπως εναλλακτικά τον πειράζαμε – αναφερόμενοι στην «τσιμεντένια» κράση του – «παιδί τής …Παναγίας».

Μετά από …μισό περίπου αιώνα, κατέληξα στο συμπέρασμα πως το παρατσούκλι ήταν εύστοχο, όχι τόσο για το ερμαϊκό σκέλος του, την τύχη, όσο για το άλλο, το σχετιζόμενο με τον χαρακτήρα του. Αυτό ήταν που, κυρίως, δικαίωνε το παρεγκώμιο και το μετουσίωνε σε εγκώμιο. Δεν είναι στις προθέσεις μου να εγείρω …θρησκευτικά προβλήματα, ούτε να συγγράψω απόκρυφα ευαγγέλια, είμαι όμως σίγουρος, και ας μην με παρεξηγήσουν οι θεοσεβείς για την «βλασφημία» μου, πώς ο Χριστός δεν θα είχε καμμία αντίρρηση να είχε τον Χρήστο αδερφό του. Ο Χρήστος ήταν, τω όντι, χρηστός, με την έννοια τού ανθρώπου που ζει και συμπεριφέρεται σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο και με την περιεχόμενο που έχουν οι λέξεις αυτές στη λαϊκή συνείδηση.

Ο Χρήστος έζησε με αρχές και αξίες που τις τήρησε απαρέγκλιτα σε όλη του τη ζωή, τη δυστυχώς – για όλους μας και πολύ περισσότερο για τους δικούς του – τόσο σύντομη. Στην επαγγελματική του διάσταση, ως κτηνίατρος, υπηρέτησε το δημόσιο συμφέρον με τόσο ζήλο, τιμιότητα και αυταπάρνηση που θα έπρεπε να είναι σημείο αναφοράς. Κάθε φορά που τον έβλεπα στην τηλεόραση, ήξερα εκ τών προτέρων πώς πάλι κάποιον κατεργάρη θα είχε βάλει στον πάγκο του, μετά από κάποιο κτηνιατρικό έλεγχο. Και αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο, γιατί πολλές φορές ερχόταν σε σύγκρουση με συμφέροντα και καταστάσεις. Αλλά αυτός, εκεί. Κέρβερος ολόϊδιος. Τσιμεντίδης, κανονικός! Είδος εν ανεπαρκεία για το ελληνικό Δημόσιο και σχεδόν ανύπαρκτο για το σύστημα που προσδιορίζει την ποιότητά του. Παράλληλα, ο Χρήστος, ήταν αταλάντευτα εγκρατής και λιτοδίαιτος, μερικές φορές σε βαθμό «εκνευριστικό», για μας τους εν «ασωτίαις» διάγοντας. Προς Θεού, βέβαια, μην δημιουργηθεί σε κανέναν η εντύπωση πως επρόκειτο για κάποιον από αυτούς που συνηθίζουμε να λέμε «ξενέρωτους». Το αντίθετο! Ο Χρήστος αγαπούσε τη ζωή και ήταν μέσα σε όλα. Συμμετείχε σε όλες τις εκφάνσεις της με κάθε του αίσθηση και με όλα του τα κύτταρα. Διέθετε μια αυτοαναφλεγόμενη διάθεση που δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο, πλην τής καλής παρέας, για την κορύφωσή της. Πάντα γελαστός, σαν ανοιξιάτικος ήλιος και πάντα ευχάριστος, σαν θαλασσινή αύρα. Με την καλή κουβέντα και το καλαμπούρι. Η καρδιά του πλατιά σαν αμπολιά και η καλωσύνη του μεγάλη σαν  τα παιδικά μας όνειρα. Όμως, εμείς δεν τον βγάλαμε … «αδελφόθεο» για όλα αυτά, που έτσι κι αλλιώς τα θεωρούσαμε δεδομένα και αυτονόητα στοιχεία τού χαρακτήρα του, αλλά για την …άνωθεν δύναμη που τον «βοηθούσε» να μας μαζεύει τις μπίλιες, τα κότσια και το διακύβευμα των αμάδων. Και αντίθετα, από ότι λέει η παροιμία, ο Χρήστος κέρδιζε, όχι μόνο στα χαρτιά, αλλά και στον …έρωτα! Ήταν ο Ροβήρος ο Κατακτητής, όπως υπέγραφε στα μαθητικά «άλμπουμ» τής εποχής. Τής εποχής τής αθωότητας και των εν …διανοία «αμαρτημάτων». Ήταν ο αγαπημένος τών κοριτσιών. Καί όχι άδικα γιατί, συν τοις άλλοις, ήταν και ευειδής, σε αρχαιοελληνικό βαθμό.

«Ήσουν καλός, ήσουν γλυκός, είχες τις χάρες όλες,

 όλα τα χάδια τ’ αγεριού, τής γης όλες τις βιόλες»

θα τραγουδαγε ο Μπιθικώτσης από ψηλά για τον φίλο κι  αδερφό μας που χάθηκε τόσο άδικα και πρόωρα.

Στην τελευταία πράξη τής ζωής τού Χρήστου ανεκάλυψα και πρόσθετα στοιχεία του χαρακτήρα του, από αυτά που μπορεί κανείς να τα διαισθάνεται ή να τα υποθέτει, αλλά – συνήθως – εκδηλώνονται κάτω από δύσκολες συνθήκες, όπως αυτές που έζησε ο φίλος μας τα δύο τελευταία χρόνια. Ο Χρήστος ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του. Απ’ το περίσσευμά του έδινε και σε μας, που είτε τον επισκεπτόμασταν, δυστυχώς λιγότερο από όσο θα έπρεπε, είτε τού τηλεφωνούσαμε, αισθανόμασταν μια αμηχανία και διστακτικότητα, προσπαθώντας να ραφινάρουμε τις λέξεις και να λογοκρίνουμε τα λεγόμενά μας, σε μια προσπάθεια να μην μιλήσουμε για το «πρόβλημα». Από την «δύσκολα» μας έβγαζε πάντα ο ίδιος ο Χρήστος, είτε με κάποιο αστεϊσμό, είτε οδηγώντας την κουβέντα σε ανώδυνα πεδία. Τελικά έμεινα με την απορία για το ποιος βοηθούσε ποιον. Αυτό λέγεται ευγένεια ψυχής και μεγαλοπρέπεια, σύμφυτα στοιχεία τής γενναιότητας ενός εξαιρετικού άνδρα.

Τελικά, το «παιδί τής Παναγίας» ήταν ένα κράμα τύχης και ατυχίας. Τυχερός γιατί γεννήθηκε υγιής και χαρισματικός. Άτυχος γιατί έχασε από πολύ μικρός τη μάννα του. Τυχερός γιατί είχε μια απαράμιλλη γιαγιά την Ιφιγένεια και ένα μειλίχιο παππού τον Αντώνη, που μαζί με τις θείες του, και ιδίως την Κούλα, τον μεγάλωσαν με όλη την αγάπη και τη φροντίδα που τού άξιζε. Μια αγάπη που περίσσευε και αγκάλιαζε και εμάς τους φίλους του, που είχαμε το Κεκέϊκο (σημερινή «ΔΙΕΞΟΔΟΣ») και σαν δικό μας σπίτι. Τυχερός που έκανε οικογένεια και απέκτησε δύο εξαιρετικά κορίτσια, την Καλλίνα και την Κατερίνα, και άτυχος που χώρισε. Τυχερός που είδε τα παιδιά του να παίρνουν επαγγελματικά το δρόμο τους και άτυχος που θα παρακολουθεί από μακρυά τις χαρές που θα έρθουνε. Άτυχος που χτυπήθηκε από μια σπάνια και αγιάτρευτη αρρώστια και «τυχερός» που δεν ταλαιπωρήθηκε, φεύγοντας όρθιος και αξιοπρεπής, όπως και έζησε. Τυχερός που είχε γύρω του την οικογένειά του, τους συγγενείς και τους φίλους του που τού συμπαραστάθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τυχεροί όλοι εμείς που τον είχαμε φίλο και άτυχοι που τον χάσαμε τόσο νωρίς.

Φίλοι με τον Χρήστο, όπως και με τα περισσότερα παιδιά τής γειτονιάς τού Άϊ-Σπυρίδωνα, από τα γενοφάσκια μας. Φιλίες που σφυρηλατήθηκαν ήδη από την προεφηβική ηλικία, μέσα σε δύσκολα, για άλλους περισσότερο και για άλλους λιγότερο, χρόνια. Με κοινό φόντο τη λιμνοθάλασσα, τα σάλτσινα, το Μεσολόγγι και τα όνειρα. Με το μοίρασμα της αγάπης και της ανέχειας. Φιλίες που μάς κρατάνε ακόμα δεμένους, με τα ίδια σπάργανα, όπως και πρώτα. Τι κι αν δεν βλεπόμαστε μεταξύ μας, όσο συχνά θα θέλαμε. Αρκεί ένα σφύριγμα τού «αρχηγού» για να δώσουμε όλοι το «παρών». Και όταν ανταμώνουμε, είναι σαν να μην χωρίσαμε ποτέ. Ο καθένας κουβαλάει μαζί του και το δικό του κομμάτι σάλτσινο και όπως τα ταιριάζουμε το ένα δίπλα στο άλλο, φτιάχνοντας το παζλ τής ζωής μας, ανασταίνουμε εποχές, πρόσωπα και μνήμες. Μεγαλώσαμε πια και το παζλ, όσο πάει και γίνεται πιο ελλιπές. Δίπλα στα καμμάτια που χάθηκαν χθες ή προχθές, προστέθηκε τώρα και εκείνο του Χρήστου. Δίπλα με αυτό τού Ηλία, τού Γιάννη, τού Παύλου και όλων όσοι έφυγαν νωρίς από κοντά μας.

Ο Χρήστος ήταν από τους ιδρυτικούς …αναγνώστες του «ΦΑΝΟΥ» και μόνιμος … V.I.P. τών «στηλών» του. Εάν ήταν κοντά μας, σίγουρα θα παραδεχόταν πως είχε πάντα …ευνοϊκή μεταχείριση από τον γράφοντα και πως για λογαριασμό του διέθετα τα καλύτερα τών επιθέτων: ταχύπους, ωκύπους, θυελλώδης, ορμητικός, ακάθεκτος και πάει λέγοντας. Βεβαίως, όπως συμβαίνει με όλους όσοι διαθέτουν χιούμορ, δεν ενοχλούταν ποτέ από τα πειράγματα. Έτσι έγινε και με τον «Κινγκ της Σενεγάλης», που έγραψα με αφορμή τα επαγγελματικά ταξίδια του στην Αφρική και το ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό που μας έδειχνε, παράλληλα με τις γλαφυρές διηγήσεις του, σε κάποιες από τις τελευταίες συναντήσεις μας, πριν ακόμα εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα τής αρρώστιας που υπέβοσκε. Τα πειράγματα, σχετικά με τις μαύρες καλλονές που τον πλαισίωναν, πήραν έμμετρη μορφή στο πόνημα αυτό, που έμελλε να είναι και το ύστατο σκώμμα μου προς τον και καλόκαρδο φίλο μας.

 

«Ποιο τέκνο του Αλέξανδρου

και της σεπτής Καλλιόπης

κατέκτησε την ήπειρο

νοτίως της Ευρώπης;»

 

Ιδού οποίον αίνιγμα

εκ της Σφιγγός ετέθη

και μήτε εξ Οιδίποδος

η λύση δεν ευρέθη!

 

Την σήμερον είναι γνωστόν

πως γόνος των Κεκαίων

«κατέκτησε» την Αφρική

που του ανήκει πλέον!

 

Υβρίδιο κόρης Κεκέ

με Θεσσαλονικέα

μεγάλωσε και έγινε

γνωστός σαν το …ΙΚΕΑ!

 

Διάσημος στην Αφρική

πιο κάτω απ’ το Νείλο,

αποτελεί στο …Τσιμπουκτού

της έριδος το μήλο!

 

Το ξέρει το Βατικανό

και το Φανάρι ήδη

ότι οι μαύρες (συν Θεώ)

λατρεύουν …Τσιμενίδη!

 

κ.λπ. κ.λπ.

( https://fanospress.wordpress.com/2007/10/11/Ο-king-ΤΗΣ-ΣΕΝΕΓΑΛΗΣ/ )

 

            Αδερφέ, αυτό το κείμενο δεν επέχει τη θέση νεκρολογίας. Νεκροί είναι αυτοί που δεν έχουν κανένα να τους αγαπά και να τους θυμάται. Όσοι πιστεύουν στην επέκεινα ζωή και στον Παράδεισο, είναι σίγουροι πως βρίσκεσαι εκεί επάνω, ήρεμος και γαλήνιος. Δεν ξέρω αν θα ξαναβρεθούμε και σε ποιους ουρανούς ή γαλαξίες, αλλά με το δεδομένο τής ηλικίας μας και με βάση τη …στατιστική, είναι νομοτελειακά σίγουρο πως σε κάποια στιγμή θα συναντηθούμε εν χώματι. Ως τότε, και αν εν τω μεταξύ μας κάνει την χάρη να μην μας …θυμηθεί ο κ. Αλτσχάϊμερ, θα σε σκεφτόμαστε. Όταν θα περπατάμε στους δρόμους τού Μεσολογγιού, θα σε αισθανόμαστε δίπλα μας και θα αναπολούμε τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Κάθε φορά που οι φίλοι και συμμαθητές σου θα συναντιόμαστε, θα σπένδουμε στη μνήμη σου, επιμένοντας στις σπονδές οίνου και συγχώρα μας εκ των προτέρων για την …παρασπονδία μας. Το κρασί είναι ένας «φίλος» που θα έπρεπε να τον είχες γνωρίσει. Δεν αναπληρώνει κανένα κενό, αλλά τις περισσότερες φορές κάνει καλή παρέα. Και στις χαρές και στις πίκρες, ιδίως στις δεύτερες.

 Αντίο φίλε.

       Φωτ. Όλυ Γιαννούλη      

Advertisements

~ από MAKIS στο Ιουλίου 29, 2009.

 
Αρέσει σε %d bloggers: