ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

 

prometheus

 

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

(Ώδινεν “ποίηση” και έτεκεν οίηση)

 

 

            Η πρόσκληση τού «Προμηθέα Δεσμώτη» (και εν ταυτώ Καλαβρουζιώτη) για ένα… Ποιητικό Δείπνο, την εσπέρα τής Μεγάλης Τρίτης, στην παρά τη Ρίζα τής Κάτω Βασιλικής ταβέρνα τού εξαδέλφου του, παρ’ ολίγο να αποδειχθεί… κακορίζικη και να καταλήξει σε «τραγωδία»! Όχι τόσο για την εκρηκτική ένταση που δημιουργήθηκε μεταξύ Φανού και Βησσαρίωνος, περι τών παθών τής εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής, αλλ’ όσον περί των παθών τής εν πολλοίς καλάμοις περιπεσούσης ποίησης.

 

            Αφού ακροβολιστήκαμε πέριξ τής τραπέζης τού «ποιητικού» δείπνου και αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, ο εξ ευωνύμων μου ευρισκόμενος μπατκός συνδαιτημών, με πληροφόρησε – με συγκρατημένη περηφάνεια –  ότι ήταν αυτός που είχε γράψει ένα κείμενο κατά τής  «Σαλτσινιάδας», που κανείς δεν θέλησε να δημοσιεύσει. Το τελευταίο το είπε με εμφανές παράπονο. Αμέσως αισθάνθηκα πως το δείπνο στο οποίο είχαμε προσκληθεί – αν μη τι άλλο – θα περιελάμβανε εκ τού ασφαλούς …φάβα! Και μάλιστα σε διαστάσεις …Παλιοβούνας! Δεν είχα παρά να υπομείνω, σαν το Χριστό, την ολοκλήρωση τών παθών μου, που μόλις είχαν αρχίσει. Ευτυχώς, μεταξύ εμού και τού στουρνο-ποιητού, καθόταν ένας ποιητής, ο καπετάνιος τ’ Άϊ-Λια, κι έτσι οι «ποιητικές» δονήσεις τού τιμωμένου έφταναν προς το μέρος μου ξεθυμασμένες ωσάν εκφύσημα αερίων απευθυσμένου με σουρντίνα[1].

 

            Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως στη ρίζα τής Παλιοβούνας, Μεγάλη Τρίτη, θα συναντιόμουνα με τον άγνωστο σε μένα, συντάκτη μιας ανόητης επιστολής την οποία περιέφερε, προ τετραετίας, στον τύπο του Μεσολογγίου, προς δημοσίευση. Καταφερόταν εναντίον τής Σαλτσινιάδος, που μόλις είχε εκδοθεί, υπεραμυνόμενος ενός πακέτου «ηθικών» αξιών και ιδιαίτερα τής παρθενίας ενός εκ τών τριών φραγκορραπτών, τού αείμνηστου Ζαφείρη. Επρόκειτο περί ενός παραληρηματικού, βλακώδους και ανερμάτιστου κειμένου, γραμμένου από κάποιον με προφανή λογοτεχνικά απωθημένα και ιδιαίτερα κομπλεξικού, ώστε να επαίρεται για τις επιδόσεις του στο μάθημα τής …έκθεσης! Αναρωτιέμαι πόσες σφαλιάρες θα είχε φάει απ’ τον μακαρίτη τον Καρτάνο! Προσπαθούσε να αναλύσει ένα μεμονωμένο κομμάτι τής «Σαλτσινιάδας», από τη σκοπιά τού «αριστερού» (ίσως, εν καβάλω) «πνευματικού» ανέρος, χωρίς να έχει – προφανώς – μυρουδιά ούτε από λιμνοθάλασσα, ούτε από αμπολιά, ούτε από σάλτσινα και εν κατακλείδι, ούτε από Μεσολόγγι. Ήταν ένα κείμενο που δεν μύριζε ιώδιο, αλλά καβαλίνα! Επειδή, όπως έμαθα εκ τών υστέρων, είχε περάσει κάποια από τα πρώιμα χρόνια τής ζωής του στο Μεσολόγγι, σαν… αιώνιος μαθητής, φαίνεται πως τού είχε δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι ήξερε το «Μεσολόγγι», το Μεσολόγγι δηλαδή που καταγράφεται στη «Σαλτσινιάδα». Πέρασε μεν, δεν κόλλησε δε. Οι «στόκοι», παρά το ιξώδες τής υφής τους και το «κολλημένο» μυαλό τους, είναι βέβαιο πως δεν κολλάνε πουθενά. Ουσιαστικά, δεν έφυγε ποτέ απ’ το χωριό του! Για μια ακόμη φορά έμεινε στο τόπο! Παλιά του τέχνη κόσκινο, όπως λέει κι ο λαός. Εάν είχε «ζήσει» στο Μεσολόγγι, θα ήξερε και αν ήξερε δεν θα έγραφε! Εγώ τι να κάνω; Αναγκάζομαι, αναδρομικώς, να γράψω αυτά που έπρεπε να είχα γράψει τότε. Αλλά επειδή τότε δεν ήξερα τον ψλοκοπάνα συντάκτη, δεν είχα μπει και στον κόπο να τον στολίσω με τον τρόπο μου. Ο αιπόλος[2] δεν ξύστηκε απλώς στο σταλίκι τού αλιέως, αλλά το πήρε και για υπόθετο! Ας μάθαινε τουλάχιστον να κοσκινίζει τις σκέψεις του και να κρατάει τις «χοντρομαλθακίες» για λογαριασμό του!

 

            Και το όνομα αυτού; Να το πούμε; Δεν αξίζει τον κόπο να τον κάνουμε γνωστό! Όποιος όμως θέλει, μπορεί να το μαντέψει. Το πρώτο συνθετικό τού επιθέτου του είναι δισύλλαβο και εμπεριέχεται σε λέξεις όπως, κατσάβραχο, κατσαβίδι, κατσαρίδα, κατσαρόλα, κατσάδα, κατσαμάκας[3], κατσαπρόκος[4] και… κατσαρές (τρίχες). Όλες εύηχες! Η μία καλύτερη από την άλλη και με ιδιότητες που θα τού πήγαιναν γάντι. Το δεύτερο συνθετικό θυμίζει τη γάνα και τα γανώματα. Όποιος βρεί το όνομα θα κερδίσει μία πρόσκληση για να παρευρεθεί στην παρουσίαση του «έργου» του, στη Στοά τού Βιβλίου. Εφόσον βεβαίως είναι αρκούντως… στωϊκός, ώστε να μπορέσει να αντέξει ένα τέτοιο μαρτύριο. Αλλιώς θα παραμείνει παντελώς μπουκάλα, από ενημέρωση και…παρα-μόρφωση!

 

            Ο κατωβασιλικός «τροτσκιστής» εφοριακός-ποιητής, παλαιά κουμπούρα τής Παλαμαϊκής και νέο καλαμοκάνι τής «ποίησης» (και τής οίησης[5]), δεν ήταν τόσο άγνωστος στο Μεσολόγγι, όσο εγώ νόμιζα! Από την επομένη τής αποφράδας Μεγάλης Τρίτης, όταν άρχισα δηλαδή να ρωτάω για την αφεντιά του, και μόνο η αναφορά στο όνομά του, προκαλούσε τη θυμηδία σε όσους τον ήξεραν. Ανακάλυψα πως τουλάχιστον οι… μισοί Μεσολογγίτες τον είχαν συμμαθητή! Αν ζούσε ο Πεπόνιας, θα μάθαινα μήπως τον είχε και ο Ευαγγελάτος! Αυτό σημαίνει …ανατρεπτικό πνεύμα! Να κάνεις 9 τα 6 γυμνασιακά σου χρόνια! Άσε που, αν συμπέσουν και με καμιά χούντα, γίνεσαι και αντιστασιακός! Τα καλά τής διαχρονικότητας. Και όταν το παρελθόν απομακρύνεται και γίνεται θολό, τότε ξαναχτίζεις από την αρχή μια νέα εικόνα και μετατρέπεις την παλιά… κουμπουροσύνη σε θάλλουσα κομπορρημοσύνη! Για όσους δεν σε ξέρουν. Άντε μπαγάσα «ποιητή», παραμερίζουμε για να περάσεις! Και κοίτα να περάσεις γρήγορα για να προφτάσεις! Γιατί ένιοι εξ ημών κρατούν και κάτι βούτες ζεχνόντως πολυκαιρισμένες!

 

            Ευτυχώς που κατά την προμνησθείσα αποφράδα εσπέρα, ο πρόεδρος τού «Τειρεσία» είχε… εκτυφλωθεί από τη λάμψη τού ποιητικού καλάμου τής Βασιλικής και δεν ήταν σε θέση να απαγγείλει τα… αποκυήματά του! Δεν γνωρίζω εάν επρόκειτο περί ελιγμού τού Προμηθέως (…Ριζιώτη) ή είχαμε να κάνουμε με κάποιο θαύμα, λόγω και των ημερών. Σε κάθε περίπτωση όμως, κάποια άνωτερη καλλιτεχνική πρόνοια μάς προστάτεψε από το να ζήσουμε την οδυνηρή εμπειρία να δούμε τον «Προμηθέα»  – δεσμώτη τής καλοσύνης του και τής απλοχεριάς του – να βασανίζεται και να αλυσσοδένεται. Όχι στον Καύκασο, αλλά στην Παλιοβούνα! Με τα σωθικά τού καλλιτεχνικού του είναι εσθιόμενα, όχι από κάποια όρνεα τής… προκοπής, αλλά από ένα κατωβασιλικό μπούφο! Η καλή καρδιά έχει ένα ελάττωμα. Τρώγεται εύκολα!

 

Θα ήταν τραγικό ατόπημα, ένας κορυφαίος ηθοποιός να περιπέσει από την ποίηση τών τραγικών, στην οίηση τών τραγικών καλαμιών, ακόμη και αν αυτά συνδέονται με σχέσεις γνωριμίας, συγγένειας ή καταγωγής. Μετά από κάτι τέτοιο ποιό έλεος θα μπορούσε να περαιώσει την κάθαρση; Η επιστροφή στη …Ρίζα μας, δεν θα πρέπει να σημαίνει και ξερρίζωμα τού προτέρου ευκλεούς βίου. Όταν οι επαϊοντες ρίχνουν τα άγια τοις κυσί, τότε πως μπορούν να έχουν την απαίτηση από τους μη ειδότες να ξεχωρίζουν την ήρα από το στάρι;

 

            Στη Ρίζα το αποτρόπαιο απετράπη! Ο ογκόλιθος απήγγειλε ογκόλιθο και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Όπως τον παλιό καλό καιρό τών φοιτητικών μας χρόνων, όταν διοργανώναμε τις λογοτεχνικές …μπαζίνες. Το τραπέζι τής Μεγάλης Τρίτης ήταν μια ωραία λογοτεχνική φάβα! Φάγαμε μερικά ποιητικά «γατσούλια», μαζί με τα νηστήσιμα κοτόπουλα και ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα, καίτοι δεν ανεβήκαμε λίγο ψηλότερα, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Τα έχει αυτά η ηψιπέτις[6] ποίηση. Άμα σε πάρει και σε σηκώσει, χωρίς να έχεις κάνει δίαιτα προηγουμένως, μπορεί να σε παρατήσει ξαφνικά και τότε δεν γλυτώνεις με τίποτα το …πνευματικό κάταγμα. Επειδή όμως επίκεινται περουσιάσεις τού περί ου ο λόγος κακο-ποιητικού έργου, σε Αθήνα και Μεσολόγγι – σε Στοές και τιύνελ, σε εξόδους και Διεξόδους, τα διλήμματα μάλλον θα επανέλθουν σύντομα για ένιους εκ των συνδαιτημόνων τής Μεγάλης Τρίτης. Εάν πληροφορηθώ πως βρέθηκαν σε κάποιο σχετικό πάνελ, δεν θα αισθανθώ πως έμεινα μπουκάλα, μια και τόσο υπερφίαλος δεν είμαι, όμως – ως παλιός γεωπόνος – θα δικαιούμαι να διερευνήσω τη ενδεχόμενη βοτανική τους συγγένεια με τα σκιαδοφόρα. Ως Φανός θα πρέπει ίσως να αρχίσω να σκέφτομαι τη μετάκληση από τον άλλο κόσμο τουλάχιστον τού …Πήτερ Ουστίνωφ ή τού Λώρενς Ολιβιέ για να με αποδίδουν το πάρεργό μου εφεξής! Μπροστά στην κακο-ποίηση τού λόγου, η παρα-ποίηση έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ικανο-ποίηση για τα “εν ταις παιδιαίς” γεννήματα της, ακόμα κι όταν αυτά έιναι κλειστού κυκλώματος και εφήμερης διάρκειας.

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


[1]  σουρντίνα, η: πνιγέας, ο μικρο εργαλείο που εφαρμόζεται σε μουσικά όργανα για τη μείωση τής έντασης τού ήχου.

[2]  αιπόλος, ο: (αρχ.) γιδοβοσκός

[3]  κατσαμάκας, ο: αγροίκος

[4]  κατσαπρόκος. ο: εργαλείο με το οποίο οι τσαγκάρηδες κάνουν τρύπες στα παπούτσια για το πέρασμα τών κορδονιών.

[5]  οίηση, η: αλαζονεία, καυχησιά

[6]  υψιπέτις, η: (αρχ. υψιπέτης, ο / υψιπέτις, η) που πετάει ψηλά | που εκφράζει υψηλά ιδεώδη

 

ΚΩΛΟ-ΚΥΘΙ

Advertisements

~ από MAKIS στο Απρίλιος 27, 2009.

 
Αρέσει σε %d bloggers: