ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ

.

ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ

.

neon.gif

new-2.jpg

.
Η «ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ», έμμετρο σκωπτικό πόνημα για …τοπική χρήση, εκδόθηκε  το 2004. Η παρούσα «σελίδα» περιλαμβάνει όλο το  περιεχόμενο της συλλογής.
 
ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_2_27/11/2005_1284852

 

«ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΔΑ»

ΤΟ «ΕΠΟΣ» της ΕΦΗΒΕΙΑΣ ΜΑΣ

(Πρόλογος της Ακακίας Κορδόση)

new-9.jpg

Και να μην μου ζητούσε ο  Μάκης  να προλογίσω  την «Σαλτσινιάδα»,  νομίζω πως θα του το πρότεινα εγώ. Κι αυτό, για πολλούς λόγους,  απ’ τους οποίους οι  κυριότεροι είναι οι ακόλουθοι τρεις : Πρώτον  γιατί είμαι  από  τους πιο παλιούς  «φαν» του «Φανού», δεύτερον γιατί ο δημιουργός τής  «Σαλτσινιάδας» «μελοποίησε» – και συμπλήρωσε –  τόσο ωραία τα «άρρυθμα»  παρατσούκλια  μου και  τρίτον  γιατί  είμαι κατάλληλη να εκτιμήσω την τέχνη του,  αφού έχω κάνει …. ειδικές  σπουδές σε  Μεγάλη  του Γέλιου Σχολή, μια  και μεγάλωσα κοντά σε «μετρ» του είδους, όπως ήταν ο Παντελής, ο Αποστόλης και η Ειρήνη, τ’ αδέλφια της γιαγιάς μου απ’ τη μεριά της μάνας μου. Οι «καθηγητές»  μου αυτοί  και εκπρόσωποι  του μοναδικού  μεσολογγίτικου χιούμορ  είχαν όλα τα στοιχεία  του ταλέντου του Μάκη (ή μάλλον αυτός έχει τα δικά τους, μιας κι είναι  μεταγενέστερος – δεν έχει σημασία  αν δεν τους γνώριζε. το Μεσολόγγι  είναι μια  «κολυμβήθρα»), με τη διαφορά πως αυτοί  δεν  άφησαν έργο γραπτό  αλλά αυτοσχεδίαζαν  για μια μόνο παράσταση –  όπου  έπαιζαν  και τον κεντρικό ρόλο. Τα στοιχεία αυτά  είναι η σοβαρότητα (όλοι οι μεγάλοι κωμικοί  είναι σοβαροί),  που δεν ξέρεις  τι εγκυμονεί  και πότε  ή που  θα γεννήσει, η επιλεκτική  παρατηρητικότητα που,  μέσα από  χίλια εξωτερικά φαινόμενα, βρίσκει ποιο είναι το πιο χαρακτηριστικό  τού άλλου  (ή και  το δικό του, γιατί ο καλός κωμικός σατιρίζει και τον εαυτό του), κι αν αυτό  είναι στραβό – «travers», όπως  ακριβώς έλεγε  και ο Μολιέρος, – επικεντρώνεται πάνω του και, ζουμάροντας, το μεγενθύνει ως την υπερβολή. Άλλο στοιχείο  των  κωμικών αυτών  είναι η ικανότητα  να συνοψίζουν  πράγματα  και καταστάσεις, να τα φέρνουν  ως τα άκρα  και να περιγράφουν  χωρίς να κατονομάζουν (π.χ.  «βετεράνος  της μαυρίλας», όπως έχει γράψει  για κάποιον ο Μάκης, κι  όποιος  είχε καταλάβει κατάλαβε), έτσι που το αστείο να γίνεται κατανοητό μόνο απ’ όσους  έχουν την ανάλογη γνώση του θέματος, εξυπνάδα – ή αίσθηση  του χιούμορ.

Γι’ αυτό  και οι δέκτες  του χιούμορ αυτού – που είναι,  όπως  λέει  και ο Μάκης, «δια  τοπικήν  χρήσιν» – αποτελούν  κάτι σαν μασωνεία, τα μέλη της οποίας  συνεννοούνται   μ’ ένα δικό τους  «ιδίωμα»,  μ’ ένα νεύμα ή ακόμα  και μ’ ένα  – υπό ειδική γωνία – βλέμμα.

(Ας  μην ξεχνάμε ότι  κι ο  – πολύπαθος – Αριστοφάνης υπαινισσόταν  πρόσωπα  και γεγονότα  που μόνο οι Αθηναίοι ήξεραν και μπορούσαν να καταλάβουν  (γι’ αυτό και οι παραστάσεις των έργων του θα  ‘πρεπε να συνοδεύονται με εισαγωγή και σχολιασμό τους και όχι  να αρκούμαστε στη  μούντζα  και στον φαλλό ή να καταφεύγουμε σε μεταποιήσεις  επί το σημερινότερον, που κάνουν στο τέλος το έργο αγνώριστο. Το αστείο  δεν είναι – δυστυχώς –  διαχρονικό. έχει την εποχή του).

Η θεία  Ειρήνη λοιπόν που πρόλαβε  τις πρώτες εκδόσεις  του «Φανού»   είχε αποφανθεί πως ο Μάκης – που δεν γνώριζε –  ήταν «μαέστρος», που έπρεπε  όμως βέβαια  να τον διαβάζουν  όσοι  καταλάβαιναν  κι όχι  τα «κούτσουρα»  ή «άλαλα» (έτσι έλεγε  η θεία Ειρήνη  τους μη  έχοντες χιούμορ, αυτούς που δεν καταλάβαιναν  τις κωμικές καταστάσεις και γενικά,  τους άσχετους  με το πνεύμα  του Μεσολογγίου,  που τους αποκαλούσε επίσης   και «κρυόκωλους»  ή «αχερένιους»).

Μ’ άρεσε  να θυμάμαι  την κρίση  της  για το μεσολογγίτικο χιούμορ του Μάκη. Μου έφερνε  πάντα στο μυαλό  την παραίνεση του Καβάφη προς τον  ποιητή Ραφαήλ :

«….. οι στίχοι  σου  έτσι  να γραφούν

που να  ‘χουν, ξέρεις,  από τη ζωή μας  μέσα των,

που κι ο ρυθμός  κι η κάθε φράση  να δηλούν

που γι’ Αλεξανδρινό  γράφει Αλεξανδρινός».

κι έλεγα,  παραφράζοντας, πως στα έργα του Πασσίση, είναι  φανερό «που για Μεσολογγίτες γράφει  Μεσολογγίτης» – έτσι, με Μ κεφαλαίο !.

Όμως –  αναρωτιέμαι τώρα  – για όλους τους Μεσολογγίτες; Από καιρό είχα αρχίσει να αμφιβάλω, όσο το σκεφτόμουνα.

Πρώτα – πρώτα  το μεγαλύτερο μέρος του Μεσολογγίου  που ξέραμε δεν υπάρχει. Ούτε  το τοπίο, ο χώρος, ούτε οι  άνθρωποι. Το τοπίο αλλοιώθηκε, στους δρόμους και στις πλατείες… έχουν αλλάξει  τα φώτα,  τα σπίτια  έπαθαν γιγαντισμό κι οι άνθρωποι έχουν μετοικήσει :  άλλοι στην Αθήνα  κι άλλοι στους ουρανούς. Κι ύστερα,  απ’ αυτούς που μένουν – ο Μάκης  το ξεκαθαρίζει – το βιβλίο απευθύνεται «σε Μεσολογγίτες της γενιάς τού σαράντα και  τού πενήντα», κι απ’ αυτούς  πάλι,  σ’ όσους  έζησαν «μεταξύ ψαραγοράς και σαλτσίνων, σ’ όλη  τη διαστρωμάτωση της Κάτω Αγοράς» (κι αυτό,  κατά την γνώμη μου, δεν είναι,  τυχαίο. γιατί το τμήμα αυτό του Μεσολογγίου  είναι  το πιο κοντινό στη θάλασσα, κι η θάλασσα, όπως ξέρουμε πλαταίνει το μυαλό). Οι  έξω απ’ την περιοχή αυτή, είτε στο χρόνο, είτε στο χώρο δεν μπορούν να καταλάβουν  τα αστεία  της «Σαλτσινιάδος» (οι πρώτοι) χωρίς  επεξήγηση  –  κι η επεξήγηση σκοτώνει  το αστείο – ή δεν γνωρίζουν  τους κώδικες  (οι δεύτεροι), δεν είναι μυημένοι  στο ιδίωμα  της …. Φιλικής Εταιρείας  της αμπολιάς.

Τρίτη  προϋπόθεση  για ν’ απολαύσεις  σε βάθος  τη «Σαλτσινιάδα»  είναι να έχεις  ένα «πλαφόν» – ή μάλλον ένα υπερυψωμένο  «πλανσέ» – γραμματικών γνώσεων : να έχεις  μπαινοβγεί επί μακρόν – έστω  και μπαϊλντισμένος – στις  αίθουσες  της Παλαμαϊκής  ή του  Θηλέων,  να  ‘χεις παρακολουθήσει – έστω και μισοκοιμισμένος – τις παραδόσεις  του Αγαλιώτη, της Αλεξανδράτου ή του Καρτάνου, να  ‘χεις φλερτάρει με τον Όμηρο, να ξέρεις τα τερτίπια της καθαρεύουσας. Έτσι  μόνο μπορείς  να εκτιμήσεις  την ευρηματικότητα  του Μάκη, το κωμικό  της σύζευξης π.χ.  του «μεγαλοπρεπούς»  επιθέτου «μέλας»  («μέλας ζωμός» – «μελανοχίτων») με το ταπεινό ουσιαστικό  «σώβρακο», ή  του αρχαιοπρεπούς  επιθέτου «έμπλεως»  με το «μαρέ»  της Ισμήνης. Και πάνω  απ’ όλα,  να γελάσεις με τον  παραλληλισμό  των ηρωϊκών  επών του Ομήρου  και του Βιργιλίου, «Ιλιάδα» και «Αινειάδα», με το … έπος του σαλτσίνου.

Αλήθεια,  τι  ήταν για μας το σάλτσινο; Ήταν  αναντίρρητα  ένας τόπος μαγικός. Μια διαρκής και χωρίς περίφραξη παιδική – κι εφηβική –  χαρά,  για παιδιά  που δεν τα είχαν ευνουχίσει ο τεχνικός πολιτισμός και οι γονείς τους, παρέχοντάς τους τα πάντα, αλλά ήταν ελεύθερα  να φαντάζονται, να επινοούν  και να φτιάχνουν τα παιχνίδια τους, να δρουν  και να εξελίσσονται  inter pares (μεταξύ  ίσων), γιατί το σάλτσινο  υπήρξε  ο μόνος τόπος  εφαρμοσμένης  και «υπαρκτής» ισότητας :  ισότητας  στην ξυπολησιά,  ισότητας  στο μαύρο σώβρακο, ισότητας στα ξυρισμένα κεφάλια, ισότητας στα καρούμπαλα.

Μια ανοιχτή μικρή κοινωνία  όπου  συνέβαιναν τα πάντα. Εκεί παίζονταν  όλα τα ομαδικά  παιγνίδια (μπάλα, μπίλιες, τσιλίγκι, αμάδες, αμαδομπέκιονο), παιχνίδια  που δεν χρειάζονταν  «εμψυχωτές» – μια και τα παιδιά  είχαν ψυχή να δανείσουν και σ’  άλλους -, εκεί στήνονταν οι κλάρες για τα γαρδέλια, εκεί γίνονταν εξερευνήσεις και λασποκατασκευές απ’ τους πιο μικρούς και μικρές σε ώρες όχι μεγάλης αιχμής – συνήθως πρωινές -, εκεί γίνονταν μάχες και πετροπόλεμοι, μέχρι που  σουρούπωνε  και κάποιες μανάδες  έφταναν  με καλαμίδες – για την περίπτωση αντίστασης – και με μεγάλες φωνές, (με  προεξάρχουσα την φωνή – καμπάνα της αρχηγού μιας ολόκληρης  δυναστείας  ανιψιών,  κυρά – Ελπίδας), καθώς  και με τα κοσμητικά  επίθετα – μετοχές  «ξεπατωμένο» και «ξεγκινιασμένο» (λέξη άγνωστης ετυμολογίας), να  μαζέψουν τους «ήρωες».

«Γιώργοοο,  έλα γρήγορα σπίτ’. Σε  θέλει ο πατέρα σ’..»

ή «Μαρέ  Ηρακλάκιααα,  δέκα η ώρα. Νισάφ’».

Και το βράδυ πια, όταν τα παιδιά  έφευγαν και το σκοτάδι έπεφτε για τα καλά, το σάλτσινο ζωντάνευε  ξανά απ’ τον έρωτα :  Όπως ήταν ζεστό απ’ τον ήλιο  της μέρας και φιλόξενο, με το  άρωμα του αλατιού του και τους φυσικούς κρυψώνες των αρμυρικιών του,  άνοιγε  την αγκαλιά  του  στα ζευγαράκια. Σε εποχή  που  τα ήθη και η τεχνολογία (αυτοκίνητα ελάχιστα, «για ώρα ανάγκης», ποδήλατα δυσεύρετα, σχεδόν απαγορευμένα) δεν επέτρεπαν «ιδιαίτερες» συναντήσεις μακριά μεταξύ  κοριτσιών και αγοριών, το μόνο μέρος για ραντεβού ήταν το σάλτσινο. Αγόρια που είχαν «ξεσκολίσει»  πια απ’ το ημερήσιο  σάλτσινο, μαθήτριες των μεγάλων τάξεων  ή εξωσχολικές – «ξεσκολισμένες» για τους πουριτανούς -, στρατιώτες, νέες κοπέλες μεγαλύτερες, αξιωματικοί κι όλοι γενικά οι ερωτευμένοι και ερωτεύσιμοι, έβρισκαν εκεί καταφύγιο, στην αύρα της θάλασσας και στη σιωπή.

Να γιατί λέω πως το σάλτσινο ήταν η καρδιά της ζωής μας.

Κι έρχεται τώρα ο Μάκης και το ανασταίνει. Ανασταίνει  το σάλτσινο  που έχει  χαθεί και – γι’ αυτό – έχει γίνει πια μύθος και, μαζί μ’ αυτό,  ανασταίνει και όλο το Μεσολόγγι της εφηβείας μας,  με την ομορφιά, τη γαλήνη και τους ανθρώπους του,  ακόμα και τους πιο περιθωριακούς,  τους πιο – όπως πολύ σωστά τους λέει – φελλινικούς (την  Ταταρούνα, τον Σούρθαν ή την Ζαλόναινα),  που δεν ήταν  όμως  επικίνδυνοι, δεν χρειάζονταν καμιά «Ψυχαργώ», μια και το καλύτερο ηρεμιστικό  ήταν  η  «ήμερη» ζωή μας.

Όμως  την ανάσταση  την ακολουθεί η ανάληψη  και το Μεσολόγγι  της μνήμης μας  έχει σιγά – σιγά  αναληφθεί  στους ουρανούς.

«Τα ίχνη των πελμάτων μας

μ’ αλάτι χαραγμένα»

που

«ζωγράφισαν στα σάλτσινα

τα ίχνη του  καθένα»

έχουν από χρόνια χαθεί. Μάταια θα τ’ αναζητούσαμε. Στη θέση τους έχουν χτιστεί πολυκατοικίες. Και  στ’ Αραπογιάλι, όπου κελάρυζαν κάποτε τα  δέκα μας χρόνια, έχουν κτιστεί δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά.

Γι’ αυτό και, πίσω απ’ το  έργο του Μάκη, όπως και πίσω από κάθε καλό ευθυμογράφημα, μας παραφυλάει  ένα  δάκρυ. Ο Μάκης δηλαδή, αφού μας κάνει πρώτα να γελάσουμε με τους παλιούς μας  εαυτούς που χάθηκαν σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, μας κάνει μετά να δακρύσουμε αποχαιρετώντας  τον τόπο που χάσαμε  σύμφωνα με την  ανομία  των ανθρώπων και να πούμε  μαζί του  :

«Χαίρε χαμένη Πλώσταινα

Του νου  εικονοστάσι!».

Ακακία Κορδόση

Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλολογίας

του Πανεπιστημίου Αθηνών

.

02-biografiko.jpg

.

Προλόγου …Επίλογος

.

.Ο λόγος ήτο εν αρχή,

μα …του προ-λόγου πίσω!,

Το κείμενό σου μ’ έκανε,

ω! Ακακία, Κροίσο!

                             Μ.Π.

.

neon.gif

.

«ΣΥΝΤΟΜΟ» ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


new-21.jpg

.

Ο Μάκης Πασσίσης (κατά κόσμον «ΦΑΝΟΣ», εκ του ομωνύμου εντύπου) ερρίφθη υπό πελαργού (κατά τινας εκδοχάς υπό …φαλαρίδος) στην οδό Κανούτα 5 (μεσοτοιχία με Ταταρούνα) κατά την αποφράδα ημέρα της 25ης Οκτωβρίου του Μπατιρίου έτους 1948. Το σχετικό οίκημα, καίτοι εκρίθη …γκρεμοτσακιστέον, παραμένει εισέτι στη θέση του, κάνοντας αντικάμαρα στα καθημερινώς εξαφανιζόμενα «διατηρητέα»!

Εβαπτίσθη εις το ισόγειον Κίτσου, του απέναντι διωρόφου της ιδίας οδού παρά τω Αγίω Σπυρίδωνι, από τον Παπα-Γιώργη, επί νεωκορίας του κυρ-Σταύρου και επί Καππέ εις το δεξιόν ψαλτήριον. Εγαλουχήθη (με …γάλα σκόνη) ταις φροντίδαις της UNRRA και τη εκπαιδευτική αρωγή της Μακαρονούς. Φάλτσος εκ γενετής, απεβλήθη δια παντός από την σχολικήν χορωδίαν, μόλις εις ηλικίαν επτά ετών, κατά την διάρκειαν των δοκιμών του άσματος «λεμονάκι μυρωδάτο», γεγονός που εξηγεί την μετέπειτα ενασχόλησίν του, ως γεωπόνου, με τα εσπεριδοειδή.

Δεν διεκρίθη εις τους στίβους και τα εφαλτήρια, δεν διήλθεν από προσκόπους και ψαλτήρια. Συμμετείχε ελάχιστα εις τας παρελάσεις των εθνικών επετείων ως εκ  της αδυναμίας του να συμβάλλει …επαρκώς εις την δημιουργία αισθήματος εθνικής υπερηφανείας εις το κοινόν, ενώ εις τας γυμναστικάς επιδείξεις προσέφερε τα μέγιστα δια της αποχής του, γεγονός που αποτελούσε ανέκαθεν τον κρυφό καημό του ενδόξου γυμναστού Κούπα.

Ο εγκλεισμός του επί δίωρον εις το μπαλαούρον του Λιμενικού, μετά του αρχηγού του (Περιστρεμπόνα), επί λιμεναρχίας Τρεμπέλα, δια παράνομα ντινέλια εκ της κουπαστής του ημιβυθισμένου «καραβιού» εις την ομώνυμον θέσιν του  βυθοκορουμένου τότε λιμένος, καθώς και αι σφαλιάραι εκ του πεφωτισμένου χωροφύλακος Λαιμούσα δια μεσημβρινά (ομοίως παράνομα) πατινάζ επί λάσπης εν τω γειτονικώ σαλτσίνω, θα ηδύναντο να αποτελέσουν τεκμήρια αντιεξουσιαστικής δράσης, ταύτα δε συνεπικουρούμενα και με την …αντιστασιακήν του τοιαύτην, εκπεφρασμένη με την υποστήριξη του κυρ-Γιώργου, κατά την εποχήν που αντιστρατεύετο τον  θεολόγον-Δήμαρχον, πιθανώς να του εξασφάλιζαν και πολιτικήν σταδιοδρομίαν, την οποίαν όμως απεποιήθη με γενναιότητα αφού κάτι τέτοιο θα απεθάρρυνε μελλοντικούς φερέλπιδες πολιτικούς όπως η Ζάμπια, η Μούτα και άλλοι, οι οποίοι διέθεταν αγωνιστικότητα, παράστημα, ανάστημα, προφίλ, εισέτι δε και ανφάς, υπό …ορισμένην γωνίαν και φωτισμόν.

Η αποτυχία του ως (περιπλανωμένου) τερματοφύλακος, ιδίως μετά την δύσιν του ηλίου, εις τα εν σαλτσίνοις τουρνουά, τον έφερε εις τα πρόθυρα της περιθωριοποιήσεως και δεν γνωρίζομεν τι έμελε γενέσθαι εάν δεν τον εφώτιζεν ο πραστάτης του Αγιος, ο Αϊ-Συμιός, να ασχοληθεί με την «δημοσιογραφίαν», ιδρύοντας τον «ΦΑΝΟΝ» (την μόνην αξίαν λόγου εντοπίαν «εφημερίδαν») όστις ανέσυρε το επάγγελμα από τον βούρκον και τον Λιγούραν από την αφάνειαν.

lantern04.gif

Mερικά χρόνια αργότερα (1966) και επειδή απέτυχε να αποτύχει εις τας εξετάσεις του λεγομένου Ακαδημαϊκού, ανεχώρησεν δια το Κλεινόν Αστυ, ακολουθώντας επαγγελματικώς τα χνάρια του Μάτια, του Γκούφυ, του Κολοκύθα, του Φούφουτου και άλλων επιφανών του είδους, γεγονός που εσήμανε και την έναρξιν της … καθοδικής πορείας του κλάδου, η οποία συνεχίζεται και σήμερον. Υπηρέτησεν εις το στράτευμα ως ανθυποφαντάρος του Πυροβολικού και διεκρίθη εις το καθάρισμα της λαμαρίνας δι’ αμμοβολής, κατάφερε δε απολυόμενος (το 1974) να επιφέρει και την απόλυσιν των συνταγματαρχών, γεγονός που έρχεται για πρώτη φορά στην επιφάνεια! Αμέσως μετά ησχολήθη με την καταπολέμησιν των δημοφιλών εντόμων δάκου και ακρίδος ενώ στην συνέχεια συνέβαλεν εις την γεωργικήν υπανάπτυξιν των τουριστικών περιοχών Κιάτου, Ολυμπίας και Πόρου, για να καταλήξει τελικώς εις την Πλατεία Βάθης (Βάθη κατ’ άλλους, βαθειά για όλους) ένθα ουκ έστιν ήλιος, ημέρα  και προκοπή, αλλά σκωρ ατελεύτητον.

Μετά τον αυτοεξορισμό του εις Αθήνας έπαυσε να …ξυρίζεται συστηματικώς και εμφανίζεται εις την γενέτειρά του κατά τας Μεγάλας Παρασκευάς και εκλογάς (δημοτικάς τε και γενικάς), αποφεύγων επιμελώς την δημοσιότητα, πλην της αναγκαίας τοιαύτης δια την κατανάλωσιν ούζου, απαραιτήτου δια την διατήρησιν ενός αξιοπρεπούς ΡΗ στον οργανισμό κάθε γηγενούς Μεσολογγίτου.

Μ.Π.

stork.gif
neon.gif

Εσπερινός Αναμνήσεων

Μετ’ Αρτοκλασίας

.

s-13.jpg

.

Μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών, υπήρξε ένα τεράστιο κενό στην …«επική» ποίηση. Ακολούθησε, ύστερα  από κάμποσους αιώνες, η συγγραφή των …κακο-μοιρικών επών, «Πρωκτονιάδος» το 1969 και «Βουλγαροκτονιάδος» το 1971, έργα με μεγάλη …τοπική απήχηση στην εποχή τους. Η «Σαλτσινιάς» γράφτηκε τριάντα περίπου χρόνια αργότερα και απηλλαγμένη από τα άγη των «ηρώων» των προηγηθέντων «έργων», έρχεται να φαιδρύνει την ομηρία της γενιάς μας στις αναμνήσεις των πρώϊμων χρόνων τής ζωής μας στο Μεσολόγγι.

Ως ένας …παρα-λόγιος, και τώρα πια παλιός, Mεσολογγίτης που είχε παιδιόθεν το μη εισέτι αποβληθέν …ελάττωμα του «γράφειν», αφιέρωσα λίγο από τον χρόνο μου για ένα ταξίδι στο παρελθόν, με την ελπίδα πως θα βρω κάποιους συν-ταξιδευτές, τουλάχιστον μεταξύ των παλιών μου φίλων. Στα μεταξύ και ενώ βρισκόμουνα  στα μισά αυτού του ταξιδιού, έχασα τον καλύτερό μου φίλο, τον αδερφό μου τον Ηλία, και έτσι το ταξίδι έγινε Οδύσσεια με την Ιθάκη ιδιαίτερα μακρινή  και απόκοσμη…

Περιπλανώμενος στους δρόμους της μνήμης έφτασα στο Μεσολόγγι της εποχής των μετεμφυλιακών και προχουντικών χρόνων (1950-1966) και προσπάθησα να ανασυνθέσω έμμετρα, και όσο γινόταν σκωπτικά,  τα προσωπικά μου βιώματα και αναμνήσεις με φόντο την αμπολιά και τη λιμνοθάλασσα. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας παρέλασαν από μπροστά μου φελλινικές μορφές του παρελθόντος, άλλοτε κοντινές και άλλοτε απόμακρες, πάντοτε όμως οικείες, πού ζήταγαν, χωρίς να το απαιτούν, την καταγραφή της εφήμερης παρουσίας τους στον τόπο που αγάπησαν και αγαπήσαμε, το Μεσολόγγι.

Το βασικό σκηνικό είναι στημένο μεταξύ ψαραγοράς και σαλτσίνων. Οι «ήρωες» προέρχονται από όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση της Κάτω Αγοράς, κυρίως. Η σκωπτική διάθεση διατηρείται στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, σε κάποιες όμως στιγμές υποχωρεί, πότε εσκεμμένα και πότε αθέλητα, ενώ η μεταχείριση των «ηρώων» γίνεται πάντοτε με συμπάθεια, ενίοτε λανθάνουσα.

Η «Σαλτσινιάς» απευθύνεται, κυρίως, σε Μεσολογγίτες της γενιάς του σαράντα και του πενήντα, χωρίς βέβαια να …αποκλείει τους νεώτερους ή τους παλιότερους! Ίσως τα βιώματα να διαφέρουν από γενιά σε γενιά, ή μέσα στην ίδια γενιά μεταξύ κοινωνικών ομάδων, σε τελική ανάλυση όμως όλοι τον ίδιο νταλκά κουβαλάμε που λέγεται Μεσολόγγι. Ο σκοπός για τον οποίο γράφτηκε είναι σχεδόν ταυτόσημος με εκείνον της «χειροποίητης» έκδοσης «ΜΕΤΑ ΦΑΝΟΥ ΚΑΙ ΑΜΑΔΩΝ» (1997), που είχε κυκλοφορήσει σε 100 περίπου φωτοτυπημένα αντίτυπα και χαρίστηκε σε γνωστούς και φίλους, ενώ ένας άγνωστος αριθμός αντιγράφων κυκλοφόρησε μεταξύ ενός ευρύτερου κύκλου ενδιαφερομένων, Μεσολογγιτών και μή.  Στο κεφάλαιο «Το Χρονικό Του ΦΑΝΟΥ» της έκδοσης αυτής, απόσπασμα του οποίου παραθέτω αμέσως παρακάτω, γράφτηκε πως…

«…σκοπός της είναι να μας ξαναδώσει λίγη από την αρμύρα της αμπολιάς[i] και να μας ξαναφέρει για λίγο πίσω στην ωραία ηλικία της εφηβίας, σε μια εποχή όμως που η ζωή ήταν, για τους περισσότερους, αρκετά ή πολύ δύσκολη και που  τα όνειρα δεν πήγαιναν ψηλότερα από τα μπικιόνια[ii] που εκτινάσσονταν απ’ τις εκρήξεις της ασετυλίνης στις γούβες που σκάβαμε στα σάλτσινα[iii]. Ηταν η εποχή που η …ΕΛΒΙΕΛΑ ήταν το κυρίαρχο παπούτσι (μετά την …δίσολη πατούσα) και το μαύρο σώβρακο από κάμποτ (ή κεχρωσμένο τσουβάλι ζαχάρεως) η κυρίαρχος καλοκαιρινή περιβολή. Ο άρτος (σπανιώτερος των θεαμάτων) όταν ήταν φρέσκος αναβαθμιζόνταν με λάδι και ζάχαρη και όταν ήταν ξερός, αφού έκανε μακροβούτι σε μπικιόνι με νερό, βαπτιζόνταν «ριγανάδα» φιλοξενώντας αποικίας ελαίου, άλατος και ριγάνεως. Ο κίτρινος τυρός, εξερχόμενος εκ λευκοσιδηρών δοχείων της UNRRA[iv], συμπλήρωνε συχνάκις μαζί με το εκ κόνεως γάλα, το σπαρτιάτικο διαιτολόγιο, ενώ η λιμνοθάλασσα ήταν η πλέον συνεπής τροφοδότειρα, ψυχής τε και σώματος. Οι εύσαρκοι ήταν σπάνιον είδος και εν πολλοίς …δακτυλοδεικτούμενοι, αφού η πλειονότης έτεινε να ταυτίζεται σωματικά με τους πολιορκημένους προγόνους της, λίγο πριν από την Εξοδο! Το κυρίαρχον είδος κόμμωσης ήταν το δια της «ψιλής μηχανής» τοιούτον (το αντίστοιχον των σημερινών «φρικιών») δι’ ού ανεδεικνύοντο εν πάση μεγαλοπρεπεία όλα τα παράσημα των διηνεκών μαχών της …πέτρας και της μπλάνας[v], τα οποία επιμελώς εκαλύπτοντο υπό της κόμης πριν αυτή αποψιλωθεί από τους μαιτρ του είδους, Κάλον και Νασάραν. Η μπάλλα ήταν το δημοφιλέστερο ομαδικό παιγνίδι των σαλτσίνων (του ψλοκοπανίσματος εισελθέντος αργότερον) και παιζόνταν με αμπάτσα[vi] εξ ελαστικού διαστίκτου εξ εμβαλωμάτων βουλκανιζατέρ. Διάσημοι εξολοθρευτές αμπατσών οι Μπούτσκος (της συνομοταξίας Μπαγόρδα) και Νικολετάτος (το γένος Αραπάκια), λόγω μύτου και …μύτης! Οι κινηματογράφοι του Πάλμου και του Ζαβέρδα ήταν οι μεγάλες του ονείρου σχολές, η δε «Μάσκα» και το «Μυστήριο» η πλέον συναρπαστική λογοτεχνία. Τα καλοκαίρια ατελείωτα και μουσικά σαν το SUMMERTIME του Γκέρσγουιν. Μπάνια στο Αραπογιάλι ή στη Σοφία, ντινέλια από το «καράβι» και πατινάζ επί …λάσπης στα σάλτσινα, με  την αντηλιά των μεσημεριών καταλυτική και τις βουρλιές με τα αρμυρίκια καταφύγιο για τις σαύρες που έχαναν τον μεσημεριανό τους ύπνο από τις αήθεις πατούσες μας. Οι χειμώνες βροχεροί και μονότονοι σαν τις ρονιές από τους μόντζους που ήταν λιγοστοί για να προστατέψουν όσους από τους θιασώτες της αιώνιας βόλτας δεν έμπαιναν στου Βαζούρα για λουκουμάδες, στου Παπαγιωργάκη για πάστα και στου Φρεμεντίτη για κωκ, είτε γιατί δεν χώραγαν είτε γιατί δεν είχαν. Ανάσα και ανάσταση το Πάσχα. Ξεκίναγε με τους Χαιρετισμούς, συνεχιζόνταν με των Βαϊων και τέλειωνε με τον Αϊ-Συμιό. Κατάνυξη και στραγάλια. Συνδυασμός ανεπανάληπτος. Γέμισμα της τσέπης (αυτής που δεν είχε …τρύπα) από τον Κατσαντώνα και ντουγρού για την εκκλησία με την Σύνοψη ανά χείρας. Φάλτσα η στεντορία φωνή του Σώζοντος, αλλά μοναδική στους Απόστολους της Μεγάλης Εβδομάδας. Γαϊδουροφωνάρα ο παπα-Γιώργης, αλλά μεταμορφωνόνταν σε αηδόνι στο Δωδέκατο. Και ο Καλλίνικος καταπέλτης εξ άμβωνος δια τους φωνασκούντας εν τω ναώ και θορυβωδώς εσθίοντας στραγάλια, συστηματικά εδάκρυζεν δια το θείον δράμα και μόνο γι΄αυτό! Μεγάλη Παρασκευή και οι φωτιές ανάβανε μπροστά στον Αϊ-Σπυρίδωνα αναλώμασι πριαριών τε και παραθύρων. Και ο Πεπόνιας ή ο Σωλήνας, εναλλάξ, να αίρουν τον Σταυρό και τας αμαρτίας των εν τη ψαραγορά εσθιόντων εγχέλεις και γαρίδας εν μετανοία και εν Ουζω Τρικενέ. Μετά από λίγο ο Αϊ-Συμιός που κι αυτός μαζί με το Πάσχα και τις γιορτές Εξόδου κρατάνε ακόμα το ίσιο στο Μεσολόγγι  που απόμεινε ζωντανό και σε κείνο που ζεί πια μόνο μέσα στις αναμνήσεις, στις φωτογραφίες και στα κάδρα. Μετά πλακώσανε οι φαγάνες (κάθε είδους), οι μπουλντόζες του εκσυγχρονισμού και της ισοπέδωσης, οι μπολιάρηδες και οι πρετζόβλαχοι και η πόλις εάλω, όχι μετά την τρίτη αλλά μετά την τέταρτη πολιορκία των ημιμαθών και μετρίων, των μαχαλόμαγκων και νταβατζήδων επικουρουμένων από τις Κουστοδίες ξενοφέρτων συμβούλων, κακοβούλων, αμαθών και ηλιθίων που ευημερούν μέσα στην ανακυκλούμενη μετριότητά τους με φόντο το ταλαίπωρο Μεσολόγγι.»

Η «ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ» αποτελεί μια σπονδυλωτή ενότητα που περιλαμβάνει έντεκα θεματικά μέρη. Απαρτίζεται από εξακόσια πενήντα έξη (656) τετράστιχα ή (για του «λόγου» το αληθές) δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα …μεταμφιεσμένα σε τετράστιχα.  Ανώτερες δυνάμεις μπλοκάρισαν την παρά-θεία έμπνευση στο παρά …δέκα, έτσι που να μην φτάσει τον τρισκατάρατο αριθμό 666! Γράφτηκε κατά το διάστημα 2002-2003, πλην ορισμένων στίχων των κομματιών «Τα Χρόνια της Κουκουβάγιας» και «Ελεγείο», που είχαν γραφτεί παλιότερα και ενσωματώθηκαν εν τούτοις, λόγω θέματος,  στο παρόν κείμενο. Επειδή το της «Σαλτσινιάδος» ανάγνωσμα, πέραν του πυρήνα των Μεσολογγιτών προς τον οποίο βασικά απευθύνεται, ενδέχεται να ενδιαφέρει και κάποιους άλλους, θεωρήθηκε αναγκαία, για κάποιες ιδιωματικές κυρίως λέξεις ή φράσεις, η παραπομπή σε επεξηγήσεις που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου.

Η εικονογράφηση με τις φωτογραφίες του προπολεμικού Μεσολογγίου, κυρίως του Ελβετού φωτογράφου Μπουασονά, έγινε με σκοπό να λειτουργήσει σκηνογραφικά, σε σχέση με το περιεχόμενο του κειμένου, αφού η πόλη της δεκαετίας του ‘50 δεν διέφερε αισθητά από την προπολεμική και συνεπώς από την εντύπωση που αποκομίζει ο δέκτης του υλικού αυτού. Το Μεσολόγγι, πριν τις ανίερες παρεμβάσεις που άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα (και τελειωμό δεν έχουν), διατηρούσε ακόμα ακέραιο τον χαρακτήρα του και την γοητεία του, όπως αυτά τραγουδήθηκαν από τον Μαλακάση και τον Παλαμά.

Ως πηγή, για ορισμένες φωτογραφίες, χρησιμοποιήθηκε το βιβλίο του Γ.Ι.Κοκοσούλα «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ». Το βιβλίο «ΜΙΛΗΣΤΕ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΑ» της Ακακίας Κορδόση αποτέλεσε, σε πολλές περιπτώσεις, πολύτιμο αρωγό στη διατύπωση μερικών εκ των παραπομπών και στο φρεσκάρισμα της μνήμης. Ευχαριστίες απευθύνονται και στους δύο συγγραφείς. Οι εικόνες των σελίδων  15 και 58 είναι λεπτομέρειες των πινάκων «Μεσολόγγι Β΄» και «Μεσολόγγι Γ΄» (λάδι σε μουσαμά, 1974) του Ηλία Πασσίση.

Ενδεχόμενη σύμπτωση ονομάτων και παρωνυμίων με υπαρκτά πρόσωπα δέον να θεωρηθεί ως εντελώς …συμπτωματική! Αν, εν τούτοις, το φαινόμενο παρουσιαστεί ιδιαίτερα οξυμένο, μη βιαστείτε να καταλογίσετε προθέσεις στον «συγγραφέα». Απλώς, θεωρήστε τη «ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΔΑ» ως το τυχερό σας βιβλίο!

Επειδή σε κάποια μέρη της «ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΔΟΣ» το περιεχόμενο των στίχων ενδέχεται να έρχεται σε αντίθεση με τα «χρηστά ήθη» ή να απαιτεί τη …γονική συναίνεση, ελήφθη σχετική μέριμνα με τη χρησιμοποίηση σχετικού σήματος απαγόρευσης!

Αν η «ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ» δεν χωράει στη βιβλιοθήκη σας, ρίξτε την στην πυρά! Έτσι κι αλλιώς γράφτηκε με την ελπίδα να σας ζεστάνει…

.Μάκης Πασσίσης

Μεσολόγγι 2003

0036.gif

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i] αμπολιά, η: ελεύθερες εκτάσεις κοντά στη λιμνοθάλασσα. Το μεγαλύτερο μέρος τους κατελάμβαναν τα σάλτσινα (αλίπεδα), ενώ όπου υπήρχε βλάστηση αυτή περιελάμβανε κυρίως αρμυρίκα και βούρλα. Οι … «συκιές» δεν ανήκαν στο οικοσύστημα αλλά στην μεταναστευτική …πανίδα.

[ii] μπικιόνι, το: τσίγκινο κύπελλο. Τα πλέον συνήθη μπικιόνια ήταν φτιαγμένα από κουτιά «ΝΟΥΝΟΥ» στα οποία είχε αφαιρεθεί ο ένας πάτος και είχε προστεθεί τσίγκινο χερούλι (τη συνδρομή του φανοποιού Μάγαλου, κατά κανόνα)

[iii] σάλτσινα, τα: μεγάλες γυμνές εκτάσεις κοντά στη θάλασσα με αργιλλώδες έδαφος και επιφάνεια λεία. Κατά την καλοκαιρινή περίοδο ήταν κατάξερες και με εμφανείς τους κρυστάλλους αλατιού επάνω τους. Στην αμπολιά υπήρχαν πέντε σάλτσινα. Δύο εκατέρωθεν της Συρμής, δύο στην περιοχή του Γηπέδου (ένα προς τη μεριά της εισόδου και ένα πίσω από τις κερκίδες) και τέλος ένα στις Εργατικές Κατοικίες (κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές και δίπλα στο «καρνάγιο» του ΟΣΕΛΜΑ).

[iv] ΟΥΝΤΡΑ, η: μεσολογγίτικη παραφθορά του U.N.R.R.A. (αρχικά των λέξεων United Nations Relief and Rehabilitation Administration, δηλαδή της Διοίκησης Περίθαλψης και Αποκατάστασης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών) που αποσκοπούσε στην παροχή βοήθειας στις χώρας που υπέστησαν καταστροφές κατά τον πόλεμο. Ενα μέρος αυτής της βοήθειας ερχόνταν υπό μορφή τροφίμων (γάλα σκόνη, κίτρινο τυρί και κίτρινο βούτυρο) που μοιράζονταν μέσω των ενοριών. Οι περισσότεροι, είτε άμεσα είτε έμμεσα (μέσω των σχολείων και αργότερα του στρατού), γίναμε κοινωνοί της τοιαύτης βοήθειας με τελικό αποτέλεσμα να αντιπαθήσουμε κάποια στιγμή ότι κιτρίνιζε, από τυρί και βούτυρο έως ….εφημερίδες. Στο τέλος η λέξη ΟΥΝΡΑ κατέληξε να είναι ταυτόσημη της ευτέλειας που με τη σειρά της είναι ταυτόσημη της υποτέλειας. Αυτό είναι ίσως τό τίμημα του βαυκαλίζεσθαι ότι ανήκεις στην πλευρά των νικητών όταν οι τελευταίοι έχουν τον τρόπο να καθιστούν, εν τέλει, άπτερη κάθε νίκη!

[v] μπλάνα, η:  κομμάτι αποξηραμένης λάσπης αργιλλώδους υφής και …φυσικώς αλατισμένο. Αποτελούσε το κατ’ εξοχήν πυρομαχικό των διενοριακών μαχών και πλεονεκτούσε έναντι της πέτρας, ως προς τις βλαβερές συνέπειες των κτυπημάτων, ιδίως εάν κατά τον εκσφενδονισμό της συναντούσε …ξεροκέφαλο.

[vi] αμπάτσα, η: λαστιχιένια μπάλλα, σχεδόν. κατ’ αποκλειστικότητα χρησιμοποιούμενη πριν την εμφάνιση της δερμάτνης με εσωτερική σαμπρέλα. Οι μπάλλες ήταν «κοινόχρηστες», αγοράζονταν με ρεφενέ και συνήθως φυλάσσονταν από τον αρχηγό της παρέας-ομάδας.

.neon.gif

.

.

.

neon.gif

Η ΕΠΟΧΗ

ΤΩΝ ΜΕΛΑΝΟΣΩΒΡΑΚΩΝ

.

b-02.jpg

.

Ήταν πολλοί οι φίλοι μου,

εδώθεν της Τρικούπη,

που πάνω τους δεν άραζε

ούτε ισχνό κουνούπι!

.

Είχαν σαν βάση μυστική

τη Σκοτεινή Καμάρα

κι εκ Κουμουνδούρου έπαιρναν

τα πρώτα τους τσιγάρα.

.

Με τα καλάμια για σπαθιά

και τα σαμάκια[i] βέλη

άλλοι «εποίουν» τον Ταρζάν

και άλλοι τον …Νταβέλη!

.

Οστέϊνοι τω δέματι

κι ωχροί σαν κομοδίνα,

η ώχρα τους δεν έβγαινε

μηδέ με …βαρεκίνα[ii]!

.

Ως τυπικό παράδειγμα

σας φέρνω τον Λιγούρα

δι’όν η Μοίρα Λάχεσις[iii]

είχεν αισχρή φαγούρα!

.

Λάσπη δεν είχε αρκετή

ο Πλάστης να τους κάνει

γι’αυτό και πήρε σάλτσινο

μήπως και δεν …προκάνει!

.

Γαλούχησιν εδέξαντο

απ’ την Μακαρονού[iv]

και είχανε της ΟΥΝΤΡΑ

το γάλα στο …μενού.

.

Ηταν ιππότες της Συρμής[v],

σαλτσίνων Ροβινσώνες

και ευτυχώς που εν αυτοίς

δεν άνθισαν …Κιτσώνες[vi]!

.

Είχαν το μαύρο σώβρακο

επίσημη στολή τους

και οι ουλές παράσημα

σειρά στην κεφαλή τους.

.

Τα σώβρακά τους μελανά

σαν … αποφράδες μέρες,

εξ υφασμάτων …«λινατσέ».

που δεν περνούσαν …σφαίρες!

.

Με δαύτα εκοιμόντουσαν,

με δαύτα κολυμπούσαν,

με δαύτα πήγαιναν σχολειό

με δαύτα …κοινωνούσαν!

.

Στο τέλος πια κατέληγαν

να γίνουν νιτσιράδα

και λάβαρα αντίστασης

στην κλασσική …μπουγάδα.

.

Η μόδα τα ‘θελε, αρχικώς,

φαρδιά και λίγο …μάξι,

ίνα τα «σέα» εν αυτοίς

διευθετούνται εν …τάξει!

.

Το κάμποτ, ύλη κλασσική,

εξ οίκου Καρανάσου

και λάστιχα κατάμαυρα

ισοπαχή του …λάσου.

.

Πολλές φορές τα λάστιχα

κατέληγαν …σφενδόνη

κι ο σπάγκος για το σφίξιμο

ήτανε λύση μόνη!

.

Στην ύστερη περίοδο

του εκσυγχρονισμού,

τα σώβρακα απέκτησαν

και ίχνη στολισμού.

.

Λευκές λωρίδες πλάγια

και εγκοπές, ομοίως,

καινοτομίες τολμηρές, …

και …φλώρικες, κυρίως!

.

Τα σώβρακα ανέμιζαν

επάνω στο παιγνίδι

σαν φαλαρίδων συντροφιά

που πήγαινε ταξίδι…

.

Έτσι λοιπόν ανάλαφροι

στα ρούχα και στη σκέψη

μόνο ο Μορφέας φανερά

μπορούσε να τους κλέψει.

.

Μεταλαβιά ελάμβαναν

της αμπολιάς το δώρο

κι αφήνανε αποβραδύς

την κούραση ως φόρο!

.

Με το καμάκο-πήρουνο

αρματωσιά τους μόνη

αλώνιζαν τη θάλασσα

σαν ιβαράδων …κλώνοι!

.

Μ’σοδρόμσ’μα[vii] και πελάγωμα,

η θεία ασχολία

που άρχιζε εντατικά

σαν κλείναν’ τα σχολεία…

.

Όλοι στοχεύανε «ψηλά»,

ιδίως με… σφεντόνες,

οι σφέτζοι[viii] μάρτυρες σεπτοί

κι οι γλόμποι στις κολόνες!

.

Προς το λιμάνι έστηναν

τις κλάρες για γαρδέλια

κι απ’ το «καράβι» έκαναν

κατά ριπάς …ντινέλια.

.

Τα καθώς πρέπει μπάνια τους

τα κάναν’ στη Σοφία,

στα δεξιά του λιμανιού,

πριν τη …βυθοκορία.

.

Σποραδικώς πηγαίνανε

και στο Αραπογιάλι

«λάθρα» εντός των πριαριών

που αγκαζάραν’ άλλοι!

.

Όχημα το ποδήλατο

και όνειρο συνάμα,

ξυπόλητοι εξ …ορισμού

στης αμπολιάς το κάμα.

.

Συνήθως τα παπούτσια τους

δεν «έβγαζαν» χειμώνα

κι αμπάλωτο δεν έβρισκες

σακκάκι στον αγκώνα.

.

Οι κάλτσες χαμογέλαγαν

σε μύτους και πατούσες

και πάντα στα παπούτσια μας

ήταν ωσεί παρούσες.

.

Τ’ αθλητικά πατούμενα

τα λέγαν «ΕΛΒΙΕΛΑ»…

τα βγάζαμε και έφτανε

στην Πύλη η …κατέλα!

.

Ήταν μια γκρίζα εποχή

που τρύπες είχαν όλα…

παρθένος στην απόσυρση

δεν έβγαινε η σόλα!

.

Ο μπάρμπα Μάκος ο Λιανός,

χαρά ψυχής και …σόλας,

με τη φαλτσέτα έκοβε

πίκρα, ψωμί και …φόλας!

.

Οι σόλες σιδερόφρακτες

σαν του Δουμά … ιππότες,

μήπως και ζήσουν «εν τιμή»

ως τις βροχές τις πρώτες.

.

Πέταλα έξη πλευρικώς

και ένα εις τον μύτο,

για να μας βρουν οι μάνες μας

δεν χρειαζόνταν … μίτο!

.

Πρώτα στα πέριξ ρώταγαν

«μην είδες το ντεσμένο;»[ix]

και ύστερα στην αμπολιά:

«μαρέ, ξεπατωμένοοο!»

.

Στον γλωσσικό μας κώδικα

η λέξη «ψ’λοκοπάνας»[x]

ηχούσε με συχνότητα

χαρμόσυνης …καμπάνας!

.

f1-batirion-etos.jpg

.

Ήταν παιδιά της αμπολιάς

και της αλμύρας γέννα,

όταν δεν παίζαν’ σκορδομπάτς[xi]

παίζαν’ …τριάντα ένα.

.

Κανείς δεν ήταν άγγελος,

ιδίως στους … καυγάδες,

μα δεν εμπλέκονταν ποτέ

οι θείτσες κι οι μανάδες!

.

Σαν παίζαν’ πετροπόλεμο

χλώμιαζ’ η πλάση όλη,

το μόνο που δεν έρριχναν

ήταν το …βιτριόλι!

.

Της γειτονιάς οι πόλεμοι,

με πέτρες και με μπλάνες,

ήταν’ σχεδόν …Παγκόσμιοι,

σε δρόμους και αλάνες!

.

Ενίοτε τα πράγματα

μοιάζαν’ με … Άγρια Δύση

κι ο Νίτος ως αιχμάλωτος

κόντεψε να «τα φτύσει»!

.

Σαν τη Ζαν Νταρκ τον έδεσαν

σε πάσσαλο τον μαύρο

και με φωτιά τον έψησαν

περνώντας τον για …γαύρο!

.

Γόνατο δίχως κάγκαθο[xii]

δεν εύρισκες για δείγμα,

λες κι ήταν απ’ το Βιετνάμ

φαινόταν κάθε …πλήγμα!

.

Τα μπράτσα τους στολίζανε

οι στάμπες των …βατσίνων[xiii],

πανάκεια στο σύστημα

υγείας των σαλτσίνων!

.

Εδέσποζε ως κόμμωση

το στυλ του … «ισοβίτη»

γι’ αυτό και τα κεφάλια μας

θυμίζανε …φεγγίτη!

.

Κρανίο άνευ εκδοράς,

ουλής ή καρουμπάλου

σπανίως ζήταγε κουρά

στο μαγαζί του Κάλου[xiv]!

.

Στυλίστες του κουρέματος

ο Κάλος κι ο Νασάρας[xv]

με την «ψιλή» μας έφτιαχναν

ομοίους …ξυσουρτάρας[xvi]!

.

Από την κούνια σνόμπαραν

σαμπάνιες και χαβιάρι

κι εκ γενετής δεν στέριωνε

παπούτσι σε ποδάρι!

.

Σε δείπνο δεν εκάθοντο

χωρίς το …φουα-γκρά

κι η φασολάς εβρόνταγε

εκ του «ορθού» τον …γκρα!

.

Καρφιά, γυαλιά πατούσανε

σα  να ‘τανε …γρασίδι

και για φαϊ το …σύνηθες:

ψωμί, λάδι και ξίδι!

.

Και αν «πτωχό» σας φαίνεται,

για … «γαλλική κουζίνα»,

προσθέτω πως ενίοτε

είχαμε και … μπαζίνα[xvii]!

.

Το «κρουασάν» της εποχής

ήταν η τηγανίτα

και ο χαλβάς του κουταλιού

το άλφα και το βήτα!

.

Στο τσάϊ δεν απέκτησαν

των Βρεττανών τις …έξεις

το είχαν για του στομαχιού

τις άτοπες … «ορέξεις».

.

Της Ούντρα τα φαγώσιμα

ανάγκης ήταν μέτρο,

κυρίως ως …αποτροπή

να «δουν» τον …Άγιο Πέτρο!

.

Ο άρτος ήταν στη χροιά

εγγύς του …Αραπάκια,

και ως λευκός δεν έμπαινε

σε σπίτια δίχως «τζάκια».

.

Λάδι και ζάχαρη αντάμα,

σαν επισκέπτες σε γιορτή,

κάναν’ τη φέτα του ψωμιού τους

μια αμβροσία …επική!

.

Ο “Κύριος” δεν πλήθαινε

στα σπίτια τις φρατζόλες

παρόλο που οι μπάκες τους

«ταινία»[xviii] είχαν …όλες!

.

«Πάλι θα φας, δεν έφαγες

ντεσμένο αποληώρα;»

κι έτσι πριν φαν’ το …φουά-γκρα,

τους κόβονταν’ η φόρα!

.

Παιγνίδια αυτοσχέδια

«γουρούνα»[xix] και «τσιλίκι»[xx]

και ήταν όλος ο ντουνιάς

δικός τους σαν τσιφλίκι!

.

Ως χόμπυ είχε πέραση

η συλλογή … «αχρήστων»,

μαζεύαν’ ότι «γυάλιζε»

στο μάτι τους, το πλείστον!

.

Καπάκια τσιγαρόκουτων,

μπίλιες, «τσιγκάκια» μπύρας

και τα κομμάτια απ’ τα «φιλμ»[xxi]

είχαν αξία … λίρας!

.

Κότσια, σπασμένα γυαλικά

χαλκομανίες[xxii] κι άλλα

ήταν τω όντι θησαυρός

μα …ύστερα απ’ τη μπάλλα!

.

Ήταν η μπάλλα μια θεά,

μα …χώνα[xxiii] πανταχόθεν,

κάθε κλωτσιά και όδευε

εις τον Παντέλα, όθεν!

.

Γεμάτες ήτανε τιπ-τοπ[xxiv]

οι μπάλλες των σαλτσίνων

και ο Παντέλας χειρουργός

όλας τας τρύπας κλείνων.

.

Δυο πέτρες τα «δοκάρια» μας

και τ’ άλλα μεσ’ το …νου,

πλην της «γραμμής» που χάραζαν

οι «στήλες»… «ΦΑΝΟΥ»[xxv]!

.

Καθένας το ταλέντο του

περί πολλού το είχε

και του Πελέ το «τρόπαιο»

τη σκέψη …κατατρύχε!

.

Εγώ ήμουν εξαίρεση,

μαζί μου κι ο Βορίλας,

που παίζαμε ποδόσφαιρο

στα όρια της …νίλας!

.

Γι’ αυτό και όταν διάλεγαν

οι «αρχηγοί» τους παίκτες,

εκείνοι που …περίσσευαν

των γκολ γίνονταν …δέκτες!

.

Σε γκολ και άουτ έτρεχαν

τη μπάλλα να μαζέψουν

και στ’ αχανή τα σάλτσινα

κοντεύανε να …ρέψουν!

.

Συχνά η μπάλλα έπεφτε

στη γείτονα Συρμή,

γι’ αυτό και πάντα μύριζε

της …γλίνας την οσμή!

.

Τρέχαμε ‘μείς ακούραστοι,

σαν …σκύλοι του Κοκάνια

κι ο ουρανός μας φώτιζε

μ’ αστέρια …«πυροφάνια»…

.

Στα σάλτσινα γυμνάζονταν

καμπόσο κι ο στρατός,

που έπιανε τον χώρο μας

μη …συνταγματικώς!

.

Ο άρτος και το θέαμα,

ζητούμενα τω όντι,

μας τράβαγαν στα δρώμενα

και δεν μας φεύγαν’ πόντοι!

.

Το θέαμα των καψονιών

μας ήλκε αναμφιβόλως

μα εξ αυτού περήφανοι

δεν νοιώθαμε ουδόλως.

.

Μα νοιώθαμε περήφανοι

ως γόνοι της φυλής

που πάνω στους αιθέρες της

πετούσε ο Μινελής.

.

Περήφανος κι ο Μάοτας

του κορδωμένου μπλοκ

π’ ο Μάκης το ανήψι του

εδόξαζε τα ΛΟΚ!

.

«Μήπως ερρίφθη, λοχαγέ,

ενθάδε ο Σαρτώρος;

ή μήπως έπεσε αλλού

για να μη γίνει …ντόρος;»

.

«Και πριν σας είπα, κύριε,

Σαρτώρος δεν ερρίφθη!»

«Μήπως ερρίφθη, λοχαγέ,

και δεν τον αντελήφθη;»

.

Ο Μάκης μεν δεν έπεσε,

φευ, την ημέρα κείνη,

«έπεφτε» όμως τακτικά

εν τη …«σκουλήκω» κλίνη!

.

Τα μεσημέρια τα ζεστά

με όρεξη ακμαία

στο επί …γλίνας πατινάζ

ασκείτο η παρέα.

.

Μουσκεύαμε το σάλτσινο

ώσπου να γίνει γλίνα

και η πατούσα να γλιστρά

σαν …ξυσουρτάρα φίνα.

.

Εφάμιλλες οι πίστες μας

μ’ αυτές του …Σαμονί

και λάβροι οι περίοικοι

μας έβαζαν «φωνή».

.

Σαν βουταλίδια[xxvi] πέφταμε

μετά μεσ’ τη Συρμή

όπου της λάσπης γίνονταν

οι θείοι καθαρμοί.

.

Της ησυχίας της κοινής

ξεπατωμένης …ούσας,

την άθληση μας έκοβε΄

στη μέση ο Λαιμούσας[xxvii]!

.

Τα βράδυα την αράζαμε

μπροστά στην εκκλησία,

τι κι αν τριβόλοι ήμασταν

δεν είχε σημασία!

.

Μπρος του Αγιού-Σπυρίδωνα,

τη θρυλική πλατεία,

τσουρμο-συνάξεις γίνονταν

και δη εν απαρτία.

.

Ο Σταύρος και η Σταύραινα

οι δύο νεωκόροι

των διαολιών μας σήκωναν

αγόγγυστα το ζόρι!

.

Μ’ αμπάτσα παίζαμε εκεί,

τις μέρες του χειμώνα,

κι ότι δεν έσπαγε μ’ αυτή

το έσπαγε η σφεντόνα!

.

Πότε τα φώτα του ναού

πότε τα φινιστρίνια

πότε τα τζάμια του Κοντού

και επωδός η γκρίνια!

.

Σε όλα τα μυστήρια

μετείχαμε αθρόα

με σκέψεις υστερόβουλες

και βούληση …κερδώα.

.

Των μνημοσύνων κοινωνοί,

με συντριβή καμπόση,

κυρίως αποβλέποντες

εις των …σπυρνών[xxviii] τη βρώση.

.

Βαφτίσια δεν μας ξέφευγαν

γιατί τα «συχαρίκια».

έδιναν φώτιση δραχμής

σε κάποια χαρτζιλίκια!

.

Οι Κυριακές μυρίζανε

λιβάνι και …φουτ-μπώλ

και ήτανε ασήκωτες

σαν της τιμής το γκολ!

.

Στις «δώδεκα» ακρόαση

ασμάτων λαϊκών …

«Κολούμπια» ακούγαμε

εκ των ερτζιανών.

.

«Συννεφιασμένη Κυριακή»

κοντά μισό αιώνα …

κι η γειτονιά μας σύννεφο

από τη «Δραπετσώνα».

.

Στις «τρεις» αναμετάδοση

αγώνων ποδοσφαίρου,

έξωθεν κάποιου καφενέ

ή κάποιου περιπτέρου.

.

Από την Πύλη βγαίναμε

δυό-τρεις φορές το χρόνο…

για Κούλουμα, για Αη Συμιό

και Καραγκιόζη, μόνο!

.

Τα καλοκαίρια στήνονταν

«μπερντές» στη «ΧΡΥΣΑΛΛΙΔΑ»[xxix]

και το πανί με τις σκιές,

ανάκτορο του Μίδα!

.

Η «ΧΡΥΣΑΛΛΙΔΑ» φάνταζε

σαν μακρυνό ταξείδι

κι ο Καραγκιόζης στο μπερντέ,

χαράς …γυροβολίδι[xxx]!

.

Η πρώτη μας προσέγγιση

στα λογοτεχνικά:

η «ΜΑΣΚΑ», το «ΜΥΣΤΗΡΙΟ»

και πριν τα «ΚΛΑΣΣΙΚΑ»!

.

Κάποια στιγμή είσήλθαμε

στην ήβη μαζικώς

κι αλλάξαμε τη ρότα μας

ομού και γενικώς.

.

Κρυφά μετά πηγαίναμε

γραμμή  …Ταμπακαριά[xxxi]

σε «σπίτια» μη προσήκοντα

στα ήθη τα χρηστά.

.

Τους περιπάτους κάναμε

στην Περιμετρική

τραγούδια Μίκη άδοντας

οι έχοντες … «φωνή»!

.

Διάλειμμα ευπρόσδεκτο

επάνω στις «γραμμές»[xxxii]

εν ρέμβη εκκενώνοντας

συνθέσεις …ουρικές.

.

s-06.jpg

.

Μπρος στα «ΚΑΛΑ ΚΑΘΟΥΜΕΝΑ»[xxxiii]

μετά κάναμε στάση

μετρώντας το βαλάντιο

για ούζο αν μας φτάσει!

.

Ακούραστος στη θέση του

ο Μάκος Βαλιανάτος

με μόνιμο χαμόγελο

και πάντα ορεξάτος.

.

Ώρες και ώρες πίναμε

το ούζο με εληά

και κει που ο ήλιος έδυε

δεν βγάζαμε μιλιά…

.

Απ’ το Τζουκ Μποξ ακούγαμε

τραγούδια με δραχμή

κι ο Μπιθικώτσης ήτανε

της τέρψης η αιχμή!

.

Τα μαύρα μας τα σώβρακα

λευκάνθηκαν μετά,

εκεί που όλα μαύρισαν…

χρονιά Εξήντα Επτά!

.

new-13.jpg


  1. [i] σαμάκι, το: είδος λεπτού καλαμιού με ψίχα στο εσωτερικό του.
  2. [ii] βαρεκίνα, η: είδος απορρυπαντικού με βάση το χλώριο για το πλύσιμο των ασπρορρούχων.
  3. [iii] Λαχεσις, η: μία εκ των τριών Μοιρών της μυθολογίας που καθόριζε την τύχη. Οι άλλες δύο ήταν η Κλωθώ και η Άτροπος.
  4. [iv] Μακαρονού, η: παρατσούκλι αυτόκλητης «νηπιαγωγού» εδρευούσης παρά τω Ξενοκρατίω και η οποία έναντι ελαχίστης αμοιβής πρόσεχε παιδιά της προσχολικής ηλικίας. Η θητεία μας στο σχετικό μέρος δεν κρατούσε παραπάνω από μερικές μέρες  καθώς η αντοχή στον  «εγκλεισμό» δεν συμπεριλαμβανόνταν στο καλάθι του γενετικού μας κώδικα.
  5. [v] Συρμή, η: το τεχνητό αυλάκι που συνδέει την Ανατολική με τη Δυτική Λιμνοθάλασσα. Σχεδόν όλα τα σάλτσινα συνόρευαν από τη μια πλευρά τους με τη συρμή που έτσι αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του «ζωτικού» μας χώρου. Και στις δύο πλευρές της συρμής υπήρχαν λοφίσκοι που έγιναν από τα υλικά της διάνοιξής της.
  6. [vi] Κιτσώνας, ο: αρσενοκοίτης αποδημητικός νέος της εποχής
  7. [vii] μ’σοδρόμ’σμα, το < μισοδρομώ: ψαρεύω με καμάκι περπατώντας (πελαγώνοντας) στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας
  8. [viii] σφέτζος, ο :  το σπουργίτι
  9. [ix] ντεσμένος (-η, -ο): ο «δεμένος» με μάγια ή από «αερικό», βλαμένος
  10. [x] ψ’λοκοπάνας, ο: η μεσολογγίτικη εκδοχή του «μαλάκα». Το γλωσσικό ρεπερτόριο σε όλες τις εποχές και σε όλη την επικράτεια είναι το ίδιο! Οι διαφορές είναι καθαρά ιδιωματικές.
  11. [xi] σκορδομπάτς, το: παιδικό παιγνίδι …σαδομαχιστικής απόκλισης! Παίζονταν με μία ζώνη (κατά προτίμηση …δερμάτινη) και ένα κότσι. Κάποιος πετούσε το κότσι στον αέρα και ανάλογα με τη θέση που έπαιρνε, κατά την προσγείωσή του, οι χαμένοι έτρωγαν με τη ζώνη συμπεφωνημένο αριθμό χτυπημάτων επί της παλάμης.
  12. [xii] κάγκαθο, το: εσχάρα, κάκαδο, επίπαγος, κερατίνη κρούστα πάνω σε πληγή που έχει κλείσει.
  13. [xiii] βατσίνα, η : εμβόλιο
  14. [xiv] Κάλος, ο: παρατσούκλι του πλέον συμπαθούς και «υπεράνω χρημάτων» κουρέα της ψαραγοράς. Είχε …«κοινωνικοποιήσει» αφ’ εαυτού το επάγγελμά του και έπαιρνε ότι του έδινες! Και φυσικά ουκ ελάμβανεν παρά των μη εχόντων. Το κούρεμά του δεν ήταν ιδιαιτέρου …κάλλους, αν και τα κεφάλια μας δεν προσφέρονταν για κάτι καλύτερο! Με τα σημερινά γούστα θα ήταν μαιτρ του είδους!
  15. [xv] Νασάρας, ο: Ένας εξίσου συμπαθητικός κουρέας, ο Νάσος Μοσχόπουλος, που μετά το κούρεμα συνήθιζε να μας λέει «κούκλο θ’ έφκιαξα, κούκλοθ, κουκλάραθ, κούκλαροθ και ματαπάλι κούκλοθ». Σημειωθήτω ότι η επίσκεψή μας στα κουρεία ήταν σχεδόν υποχρεωτική, όσο και ο …εκκλησιασμός. Η ενασχόληση των καθηγητών με τις τρίχες μας ήταν (παρά τρίχα) καθημερινή.
  16. [xvi] ξυσουρτάρα, η: Κότσι (αστράγαλος) λειανθέν και στις δύο μεγάλες πλευρές του για καλύτερη ολίσθηση κατά το σχετικό παιγνίδι. Συνήθως ήταν ενισχυμένο με μολύβι. Χρησιμοποιούταν πάντα ως «λελάκι».
  17. [xvii] μπαζίνα, η: χυλός εξ αραβοσιτάλευρου, συνήθως εσθιόμενος μετά σακχάρεως, τουτέστιν είδος …περιθωριακής κρέμας. Το ψωμί από ανάλογα υλικά λέγονταν μπομπότα.
  18. [xviii] ταινία, η : παράσιτο του εντερικού σωλήνα
  19. [xix] γουρούνα, η: σε ελεύθερη απόδοση το …χόκεϋ επί σαλτσίνου, όπου οι παίζοντες κρατούσαν ένα αρκετά μακρύ ξύλο, δίκην ροπάλου, με το οποίο χτυπούσαν ένα στραπατσαρισμένο κονσερβοκούτι. Τα περισσότερα εκ των κτυπημάτων κατέληγαν στα «καλάμια» μας.
  20. [xx] τσιλίκι, το: το γνωστό και σε άλλες περιοχές ως «ξυλίκι».
  21. [xxi] κομμάτια από φιλμ : κομμάτια από τα φιλμ των κινηματογραφικών ταινιών που πετιόνταν κατά τη διάρκεια της προβολής τους, είτε γιατί αποτελούσαν τη «φύρα» στην προσπάθεια του μηχανικού να συγκολλήσει την ταινία που κόπηκε, είτε γιατί αποτελούσαν προϊόν «κοπής» σκηνών, γεγονός σύνηθες για ποικίλους λόγους. Η συλλογή τους γίνονταν από τα σκουπίδια των κινηματογράφων Πάλμιου (Πάλμου) και Ζαβέρδα (ένας χειμερινός και δύο καλοκαιρινοί). Η μόνιμη προσπάθειά μας ήταν η επινόηση και κατασκευή κάποιου «μηχανήματος» προβολής των κομματιών αυτών υπό μορφή σλάϊντς, με τη χρήση φακών, κουτιών κλπ.
  22. [xxii] χαλκομανία, η: αυτοκόλλητη εικόνα λιθογραφικής εκτύπωσης.
  23. [xxiii] χώνα, η: τρύπια (χωνί>χώνα, με υπερθετικό την …τρι-χωνία!)
  24. [xxiv] τιπ-τοπ, το: μπαλώματα από καουτσούκ για το κλείσιμο τρυπών σε μπάλλες, σαμπρέλες κλπ.
  25. [xxv] «ΦΑΝΟΣ» : Δακτυλογραφημένη σκωπτική «εφημερίδα» της παρέας των γυμνασιακών και φοιτητικών χρόνων (1964-1974)
  26. [xxvi] βουταλίδι, το : μικρό πουλί που βουτάει συχνά στη θάλασσα για ανεύρεση τροφής
  27. [xxvii] Λαιμούσας, ο : επίθετο του συμπαθούς χωροφύλακα Γιώργου Λαιμούσα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και παρατσούκλι του, λόγω του μεγάλου λαιμού του. Συνήθως επιστρατευόταν για το κυνηγητό μας αλλά δεν έπαιρνε ιδιαίτερα σοβαρά τον ρόλο του, σε αντίθεση με τους συναδέλφους του «Τζάγκο» και «Αγέλαστο»!
  28. [xxviii] σπυρνά, τα : τα κόλλυβα
  29. [xxix] «ΧΡΥΣΑΛΙΔΑ»: ομώνυμο εξοχικό κέντρο απ’ το οποίο είχε πάρει το όνομά της και η περιοχή..
  30. [xxx] γυροβολίδι, το τείχος φτειαγμένο από καλάμια, μπηγμένο στο βυθό της λιμνοθάλασσας που χρησιμεύει για τον περιορισμό των ψαριών.
  31. [xxxi] Ταμπακαριά, τα : συνοικία στο βορειοανατολικό μέρος της πόλης όπου υπήρχαν τα «σπίτια» (οίκοι ανοχής), εκτεινόμενα κατά μήκος της γραμμής του οτομοτρίς, λίγο πριν από την είσοδό του στην πόλη.
  32. [xxxii] «γραμμές», οι: πρόκειται για τις παλιές σιδηροδρομικές γραμμές που πέρναγαν από την Περιμετρική και κατέληγαν στο λιμάνι. Για τους πλέον ρομαντικούς, από εκείνους που έκαναν βόλτα στο «νυφοπάζαρο» (οδός Τρικούπη) ήταν το σημείο ξεκούρασης και ρέμβης στη λιμνοθάλασσα που έφτανε έως εκεί. Η μαγεία αυτή κατεστράφη ανεπιστρεπτί επί χουντοδημαρχίας Βούλγαρη.
  33. [xxxiii] «ΤΑ ΚΑΛΑ ΚΑΘΟΥΜΕΝΑ»: ο μοναδικής θέας καφενές που υπήρχε στην Περιμετρική στο ύψος της Παλαμαϊκής Σχολής. Στη θέση του σήμερα υπάρχει μια ταμπέλα που διαφημίζει κάποιο μελλοντικό έργο του Δήμου για την «ανάσταση» του καφενείου. Ως καλός χριστιανός δεν έχω λόγους να μην πιστεύω στις αναστάσεις κάθε είδους, αλλά μια και μου φαίνεται αδύνατη η ανάσταση της Πλώσταινας, μπορώ να εικάσω πως τέτοια έργα μόνο κάποιες τσέπες μπορούν να αναστήσουν. Από την άλλη μεριά το σπίτι του Μαλακάση, που υπάρχει ως σκελετός ακόμη στη θέση του, αφήνει τους πάντες αδιάφορους.

neon.gif

.

stork.gif

.

ΜΠΑΤΙΡΙΟΝ ΕΤΟΣ 1948

lantern04.gif

.

Γεννήθηκα στης αμπολιάς1

τα μέρη παραπλεύρως,

την εποχή που «μπάνιζε»[i]

τις αλυκές ο Νεύρος[ii]

.

Ο πελαργός με άφησε

εις την οδόν Κανούτα

παρότι «give to Μπάκινχαμ»

ανέγραφε η …κούτα!

.

Χρόνους οχτώ γεννήθηκα

μετά απ’ το Σαράντα

κι αντί παιάνος …ρέκβιεμ

μου έπαιξε η μπάντα!

.

Οι Μοίρες μου, ως φαίνεται

την έκαναν κοπάνα

κι αντί χρυσού μού άφησαν

ένα κομμάτι …μπλάνα !

.

Ομοίως μου χαρίσανε

μια όραση …«οξυτάτη»

κι ένα ζευγάρι με γυαλιά

ωσάν …μπουκάλας πάτοι!

.

«Μπατίριον»[iii] εκρίθηκε

το δεδομένο έτος

καθότι ήρθα στο ντουνιά

μαύρος καφές και σκέτος!

.

Το βάπτισμα εδέχθηκα

απ’ τον παπά Μπαμιώτη

με οίνο απ’ τον Αχτένιστο[iv]

και λάδι … ό,τι, ό,τι!

.

Από νωρίς μ’ απέβαλαν

εκ πάσης χορωδίας

αφού η φάλτσα μου φωνή

προσήκεν …παρωδίας!

.

Ήμουν παγίως τακτικός

σ’ όλες τις παραδόσεις,

μα σπάνια κατάφερνα

αξίας επιδόσεις!

.

Πρώτος εις το πελάγωμα[v]

μα …πάτος στη σφεντόνα,

στην άγρα δεν ετσάκωνα

ούτε κουτσή χελώνα.

.

Πρώτος στο μάσημα τ’ αξού[vi]

μα στη δική μου κλάρα[vii]

οι σφέτζοι ξεκουράζονταν

και πιάνονταν στου …Ζάρα!

.

Με το καμακοπήρουνο[viii]

δεν ψάρεψα καν … λέπι,

τα ψάρια μ’ ανεκήρυξαν

ως μέγα ευεργέτη!

.

Ποτέ μου δεν κολύμπησα

με ευχέρεια σαν …χέλι

κι από βουτιές κατάφερνα

μονάχα το …ντινέλι[ix]!

.

Στη μπάλλα δεν γεννήθηκε

χειρότερος εμού…

καίτοι το δέμας ήμουνα

«εφάμιλλος» …Ερμού!

.

Ως φαίνεται στ’ αθλητικά,

καμιά δεν είχα κλίση

κι ο εν παιγνίοις αρχηγός

συχνά πάθαινε κρίση!

.

Στο τέλος πια κατέληξα

την μπάλλα να μαζεύω

κι απ’ το πολύ πηλάλημα

στα πόδια μου να ρέβω.

.

Και ούτω αποφάσισα

να γίνω «κριτικός»

αφού στα άλλα χρήσιμος

δεν ήμουν επαρκώς!

.

Έτσι γεννήθη ο «ΦΑΝΟΣ»

για …κριτική των ματς,

και όντας πια …περή-ΦΑΝΟΣ

ήμουνα σ’ όλα …πατς!

.

Επέζησα της εποχής

που παίζαμε αμάδες[x],

γιατί εις τα περίχωρα

δεν είχαμε …Καιάδες!

.

new-13.jpg

.

[i] μπανίζω: βλέπω μετά πόθου, κρυφίως. Ουδεμία σχέση με το κλασσικό «μπανιστίρι»!

[ii] Νεύρος. ο: Επιχειρηματίας (χημικός) που ενδιαφερόνταν για την ίδρυση εργοστασίου πετροχημικών στην περιοχή για την «εμετάλλευση» της λιμνοθάλασσας, γεγονός που θα επέφερε σίγουρη οικολογική καταστροφή. Το εργοστάσιο βέβαια δεν έγινε, η καταστροφή όμως, μέσω της αποξήρανσης μεγάλου μέρους της θάλασσας, δεν απετράπη. Και φυσικά συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την απόρριψη των σκουπιδιών σ’ αυτή. Και χωρίς τον Νεύρο, χρειάζεται να έχει κανείς γερά νεύρα ή εκνευριστική απάθεια ώστε να μπορεί να αντέχει τον κατ’ εξακολούθηση βιασμό της.

[iii] μπατίριον,το:  σε αντίθεση με το …σωτήριον, εκ της λέξεως «μπατίρης» που σημαίνει …αυτό που λέει δηλ. ο χρεωκοπημένος.

[iv] Αχτένιστος, ο: παρατσούκλι του Πάνου Πολυδωρόπουλου που διατηρούσε ταβέρνα κοντα στον Άϊ-Σπυρίδωνα. Ομοίως ήταν γνωστός ως «Κούνιας» και «Αξάντλιαγος», Η ταβέρνα διατηρείτο μέχρι την πρόσφατη.μετατροπή της σε ενοικιαζόμενα δωμάτια.

[v] πελάγωμα, το: περπάτημα μέσα στη θάλασσα. Το μικρό βάθος της λιμνοθάλασσας μας επέτρεπε το …μικρό αυτό «θαύμα», είτε για να ψαρέψουμε με το καμακοπήρουνο είτε για να μαζέψουμε δολώματα.

[vi] αξός,ο: ιξώδης (κολλώδης) ουσία προερχόμενη από τα λουλούδια της άγριας αγγινάρας και η οποία μετά από επεξεργασία, αρχικώς με το στόμα σαν τσίχλα και στη συνέχεια μέσα σε κέρατο (κατά πεοτίμηση μη …βερνικωμένο), χρησιμοποιούνταν για την επάλειψη βεργών εκ ριγάνεως (αξόβεργες) με σκοπό την παγίδευση μικρών πουλιών.

[vii] κλάρα, η: ξερό κλαρί που πάνω του τοποθετούνταν οι αξόβεργες.

[viii] καμακοπήρουνο, το: αυτοσχέδιο καμάκι αποτελούμενο από ένα μεγάλο πηρούνι σφυρηλατημένο και προσαρμοσμένο στην άκρη καλαμιού.[ix] ντινέλι, το: η απλούστερη μορφή κατάδυσης που γίνονταν με κλείσιμο της μύτης με το χέρι και ανάποδη βουτιά στη θάλασσα. Τα κολυμβητικά μας δρώμενα ελάμβαναν χώρα στην άκρη του λιμανιού, πριν την έλευση των βυθοκόρων, από την κουπαστή ενός ημιβυθισμένου καϊκιού (του «καραβιού», όπως το λέγαμε). Επειδή στο σημείο αυτό δεν επιτρέπονταν το μπάνιο, ο ενίοτε εγκλεισμός μας στο κρατητήριο του λιμεναρχείου, για μερικές ώρες, δεν ήταν ασυνήθιστος.

[x] αμάδες, οι: παιδικό παιγνίδι που παίζονταν με μία μικρή λίθινη πλάκα (αμάδα) με την οποία σημαδεύονταν, από μία καθορισμένη απόσταση, ένας στόχος  που συνήθως ήταν μία μικρή στίβα από τα είδη των «συλλεκτικών» μας ενασχολήσεων, δηλαδή «μάρκες» τσιγαρόκουτων, φωτογραφίες ποδοσφαιριστων κλπ. Επάνω στην στίβα στήνονταν μία μικρή πέτρα και όποιος την έστελνε με την αμάδα του μακρύτερα κέρδιζε τα υποκείμενα αντικείμενα!

.

s-1.jpg

.

neon.gif

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ

/

new-3.jpg

.

Είμεθα εμείς η φέρελπις

γενιά των  «μαγειρείων»[i]

και της ψιλής της μηχανής

των κλασσικών κουρείων.

.

Πηλίκιο προστάτευε

την παλαβή μας κάρα

και για κουρέα είχαμε

τον Κάλο ή τον Νασάρα !

.

Αποβραδύς πηγαίναμε

στη ζούλα σινεμά

κι η βόλτα επιτρέπετο

ρητώς ως τις … εννηά!

.

Βόλτα απ’ του Πετρόπουλου

ως του Παπαγεωργάκη,

άλλοι για μόστρα πήγαιναν

και άλλοι για καμάκι …

.

Στα μόνα φροντιστήρια

που πήγαιναν οι φίλοι

ήταν τα σφαιριστήρια

του Παύλου ή του Γαβρίλη.

.

Και στα «ΚΑΛΑ ΚΑΘΟΥΜΕΝΑ»

Χημεία ή Φυσικά …

με ούζο εμπεδώναμε

τα μαθηματικά !

.

s-07.jpg

.

Θυμάμαι τους καθηγητές

και πρώτα τον Καρτάνο

καθηγητή φιλόλογο

και κάτι παραπάνω !

.

Ακούω τις σφαλιάρες του

στο σβέρκο μου επάνω

σαν τα Μιράζ με ίκαρο

τον Γιώργο Πρεβεζάνο !

.

Μπάτσες, σφαλιάρες έπεφταν

παντού και ασυστόλως

μα εν πολλοίς τα ήθελε

και ο δικός μας … κώλος !

.

«Ελα εδώ μωρέ Νταλί[ii]

και βγάλε τα γυαλιά σου»

«ρε Καλλιγούλα έδειρες

και πάλι τη γιαγιά σου;»

.

«Μίδα για βγάλε τον σκασμό !

Σαλούρο, έβγα έξω»

«Νικήτα βγάλε τα χωνιά[iii]

αλλοιώς θα σου τις βρέξω!»

.

Και των σωμάτων η αλκή

του Κούπα τη φροντίδι

και όσοι λάθρα βίωναν

τους έπρηζε τ’ … απίδι !

.

Διό και αποκτήσαμε

σώματα «αγαλμάτων»

απόρροια ταϊτατάτς[iv]

και άλλων πηδημάτων !

.

Δείγμα αρχαίου Ελληνα

ο Ντίνος Τσιμπερλένιος

μπροστά του κι ο …Ηνίοχος

φαντάζει τιποτένιος !

.

Θυμάμαι εκ των Φυσικών

τον Χρήστο και τον ΣΥΝ

και τον Ζαρογιαννόπουλο

τον Νίκο του ΕΥ ΖΗΝ !

.

Του Κεφαλά η εξάτμιση

γεμάτη εκ γεωμήλων …

κι ο Καρκανιάς εγέλαγε

μετά των άλλων φίλων !

.

Στα «μαγειρεία» γίνονταν

Ομηρικοί καυγάδες

ο ΣΥΝ με ηλεκτρόνια

κι ο Ρούχνας με ζοχάδες !

.

Θυμάμαι του Πολύκαρπου

τα χίλια «δηλαδή»

κι ο Κώτσης που τον πείραζε

χωρίς να … λοιδωρεί.

.

Ηταν τα μάτια του Αγκόπ

σαν φανοστάτες δρόμου

γιαγκούλας εις την «νιοστή»

με «ρίζα» … αστυνόμου !

.

«Σήκω επάνω Συμεών»

μου έλεγε ο Ανδρέας

και ήταν σαν να έμπαινα

στα έγκατα της γαίας !

.

Θυμάμαι σαν εφώναζε

έτρεμε η τάξη όλη

κατούραγε η Αθηνά

και «τά ‘κανε» η Ολυ!

.

Στην έδρα σαν ανέβαινε,

θυμάμαι, ο Ζαβιτσιάνος

στα πέλαγα … αρμένιζε

σαν νάταν Καπετάνιος !

.

Οσάκις τον Αγάπιο

εσήκωνε γι’ ασκήσεις

για ψάρεμα ανοίγανε

μεγάλες συζητήσεις …

.

Στις πρώτες τάξεις είχαμε

Θρησκευτικά τον Φλώρον

και όντως εχορτάσαμε

τον ύπνο κατά κόρον !

.

Ο ύπνος θρέφει το παιδί

κι ο ήλιος το μοσχάρι

γι’ αυτό και είχαμε μετά

δάσκαλο … γελαδάρη !

.

Θρησκευτικά μας δίδασκε

και Ηθικήν συνάμα

ο Βούλγαρης ο «άμωμος»

Ιδού το Θείον Δράμα !

.

Πόσο μακρύ, μας δίδασκε,

ήταν το πετραχείλι

και τον ΦΑΝΟ εις την πυράν

πολλάκις είχε στείλει !

.

Η Κιτσινέλη δίδασκε

τα  English very unfair

και η «σοφίτα»[v] έτριζε

σα νά ‘ταν … Ροζικλαίρ[vi] !

.

Λίγο καιρό αργότερα

ντουγρού για την Αθήνα

μια εποχή τελείωσε

και μπήκε στη βιτρίνα.

.

new-7.jpg.

.

neon.gif

.

s-08.jpg

.

Ωδή Στην Φουφού

.

Όταν ο Πλάστης μοίραζε

εις τους βροτούς[vii] τα τζάκια,

εικάζω, με τη Μοίρα μου

τα έκανε … «πλακάκια»!

.

Αντί τζακιού μού χάρισε

μια κλασσική φουφού[viii],

όπου καφέ σιγόψηνε

η βάβα μου η «Καφού»!

.

Συνήθως ανακάτευε

με τον καφέ, ρεβύθι,

κατάλοιπο της κατοχής

στα γευστικά μας ήθη!

.

Τα πρώτα μας διπλώματα

τα πήραμ’ ακουσίως

σε λούκι χρηματίσαντες

εκ γενετής, αισίως!

.

Οικόσημό μας η φουφού

με χιαστί καμάκια

ενώ τα «τζάκια» κέκτηντο

ως θυρεούς «τραινάκια»[ix]!

.

Οι συγγενείς κι οι γείτονες

σχεδόν όλοι ψαράδες,

είχαν πολλά τα βάσανα

και λίγους τους παράδες.

.

Τρία με τέσσερα παιδιά

είχε ο καθείς εν τούτοις,

και μ’ έξη πρώτος ήτανε

στην αμπολιά ο Μπούτης.

.

Όταν μας πότιζ’ ο Θεός

λοστούς έβρεχε σφόδρα

και μούλιαζε τα σύμπαντα

ως της ψυχής τη φόδρα!

.

Η συμφωνία της ρονιάς

μονότονο τροπάρι

ξημέρωνε κι η γειτονιά

φαινότανε …ιβάρι!

.

Κανάλια τα χαντάκια μας

κι εμείς σαν βενετσιάνοι

πηγαίναμε πελαγωτά

για οίνο στον Μπαμπάνη..

.

.s-09.jpg

.

Πελάδες[x] και χαμόσπιτα,

χωνιά σαν …φραγκορράφτες,

«μπάζαν» αγέρα και βροχή

σαν εν αδεία …ναύτες!

.

Στάζει εδώ, στάζει και κει

«για φέρε ένα σατίλι[xi]»

και μέσα σ’ όλα τα στραβά

σβυστό και το καντήλι!

.

Η θέρμανση η …κεντρική

ήταν … σβυστό μαγκάλι

και η φουφού με …φρόκαλα

ζητούσε να «τη βγάλει»!

.

Με τα μαγκάλια εν σειρά

μπρος τις αυλές ν’ ανάβουν

πρελούδιο στο κάλεσμα

πως τα παιγνίδια παύουν.

.

Σε λίγο τέρμα το κρυφτό

το πιτς και η γουρούνα

και δίπλα μας σταμάταγε

το άσμα η Ταταρούνα.

.

Τριγύρω πια απ’ τη φουφού

κι ενάντια στην πλήξη

αφήναμε τη Μαριγώ

στους μύθους να μας ρίξει.

.

Η κουρελού εφάνταζε

χαλί απ’ τη Βαγδάτη

και των εντέρων οι τριγμοί

ωδή κοιλιάς …ενάτη!

.

Λεμόνια και χρυσόχαρτα

οι έποικοι της θράκας

και λίγο τσάϊ του βουνού

για τα δεινά της …μπάκας!

.

Μεθ’ ου πολύ η χόβολη

μας άφηνε στη …μέση

και ο καθείς …ντυνότανε

να πάει να την πέσει!

.

Το στρώμα από άχυρο

και τσούβαλο-λινάτσα,

επάξια …ασκητικό

για τη σκληρή μας ράτσα.

.

Ο κράββατος προκρούστειος

και χαύνος ο σουμιές,

μπονώρα και μετρούσαμε

της ράχης τις ζημιές.

.

Τα όνειρα δεν έφταναν

πιο πάνω απ’ το ταβάνι,

βρεγμένα καθώς ήτανε

καθόνταν στο ντιβάνι!

.

Οι Μίκυ Μάους χόρευαν

στις στέγες ροκ εντ ρολ

κι οι γάτες στο καθήκον τους

σε ρόλους γκραν γκινιόλ!

.

Γκαζιέρα η «εστία» μας

και πότε …«πετρογκάζ»,

με κάποιο μαυροτήγανο

σαν …αοιδό της τζαζ!

.

Εν διαστάσει βρίσκονταν

κρέας και κατσαρόλα

και το ψωμί συνήγορος

να τα μπαλώνει όλα.

.

Η λάμπα του πετρέλαιου

το κλασσικό μας φως,

σημάδεψε και όραση

και όσφρηση, σαφώς!

.

Στο σπίτι φέρναμε νερό

με ντενεκέ απ’ τη βρύση

κι ο μπότης[xii] έδινε σεμνά

στη δίψα μας τη λύση.

.

Ψυγεία δεν υπήρχανε,

ίσως καμμία «σήτα»[xiii]

(συνήθως άδεια εκ τροφών)

κρεμάμενη ως …τσίτα.

.

Οι παγονιέρες[xiv] φάνταζαν

«τεχνολογία αιχμής»,

λινάτσα ως περιτύλιγμα

σε πάγο της δραχμής!

.

Η βαρεκίνα, το «ΤΙΡΝΑΛ»[xv]

και σάπων απ’ το «ΑΣΤΙΓΞ»

βασίλευαν στο πλύσιμο…

πάσης μητρός η …μάστιγξ!

.

Το «μπάνιο» τους ελάμβαναν

στο πλυσταριό, σε σκάφη,

καθότι το …γιακούζι τους

προώρως …κατεστράφη!!!

.

Του αποπάτου η σκευή,

η θρυλική η «βούτα»[xvi]

το ρέκβιεμ της όσφρησης

και των «κακών» τα …φρούτα!

.

Και ύστερα το επαχθές

εκκένωσης «καθήκον»,

μπατάρισμα εν τη Συρμή

με …μούτζωμα προσήκον!

.

Τα καλοκαίρια μας ζεστά

με τη δροσιά αλάργα,

και νύχτες κουνοποβριθείς,.

εκ τσιμπιμάτων κάργα.

.

Σαν στούκας μάς «την έπεφταν»

τα ευκλεή κουνούπια

που των φτερών το άνοιγμα

το μέτραγα σε …ρούπια!

.

Παρόλα τα τεχνάσματα

με φλιτ και με κατόλ,[xvii]

οι κώνωπες που γλύτωναν

μας έκαναν …τσελβόλ[xviii]!

.

Το Ντι Ντι Τι το ήπιαμε

σαν …τσάι σε σκουτέλλες,

όντα σπανίας αντοχής

εμείς κι οι …ζαμπαρέλλες[xix].

.

Για στραμπουλήγματα ποδιών

και σχετικές κακώσεις,

η Ντελεγιάνναινα «γιατρός»

με κρομμυδίων στρώσεις!

.

Ιεραπόστολοι γιατροί

οι Τσούκαλος, Φερρέτης

δυό μύστες του Ασκληπιού

που θ’ άξιζαν μελέτης!

.

Της ενορίας ο παπάς

αεί πάντας συνδράμων,

στον Ουρανό θά έτυχε

πολλών φωτοστεφάνων!

.

Ο παπα-Γιώργης της ψυχής

και της καρδιάς για όλους,

θα ψέλνει το «Δωδέκατο»

στους Δώδεκα Αποστόλους.

.

Της τσέπης η κενότητα,

ασθένεια χρονία,

εισήγαγε το βερεσέ

και στην …αβασκανία!

.

Της φτώχειας ανακύκλωση

τα μπακαλοδεφτέρια…

οι μεν εχρώσταγαν στους δε

κι όλοι μαζί στ’ αστέρια!

.

s-10.jpg

.

neon.gif

.

new-4.jpg

.

j1-saltsinin-ear.jpg

.

Ω! ΣΑΛΤΣΙΝΩΝ ΕΑΡ…

.

Σαν έμπαινε Σαρακοστή

και μύριζε βουστίνα[xx]

να ξεραινόταν άρχιζε

στα σάλτσινα η γλίνα[xxi].

.

Κάπου εκεί, αρχίζαμε

να παίζουμε τα κότσα

και «φύσημα» επαίρνανε

παπούτσι και γαλότσα.

.

Παράθυρο στη χίμμαιρα

κι ονείρων γαϊτιές[xxii]

το Πάσχα και η Έξοδος

φτερά για τις ψυχές!

.

Τα σπίτια μας χυλίζαμε

πατόκορφα μ’ ασβέστη,

άσβεστος γαρ η ευωδιά

του ρήματος «Ανέστη»!

.

Εκ Δενδρινού προσήνεγκον

οι παίδες τον ασβέστη,

εν σατιλίοις οι πολλοί

και με γκιγούμ’[xxiii] οι ρέστοι.

.

Βούρτσες και ταβανόβουρτσες

σφοδρώς παλινδρομούσαν

σπίτια, σοκάκια και αυλές,

χαρά μοσχοβολούσαν.

.

Χαιρετισμούς δεν χάναμε

κάθε Παρασκευή

κι εν Κατσαντώνα κάναμε

την … προπαρασκευή.

.

Εν κατανύξει τρώγαμε

μεσ’ το ναό στραγάλια

κι οι απειλές εξ άμβωνος

«ρομφαία» στα κεφάλια!

.

Λαύρος ο Πούλος εσαεί

απ’ την Ωραία Πύλη

στην κόλαση «αδιάβαστους»

τους πάντες είχε στείλει!

.

Στο δεξιό ψαλτήριο

εν θρόνω ο Καππές

κι ο Σώζων ο Ισμήνιος

για τις περικοπές.

.

Αντίκρυ ο Προσανάματας

και ύστερα ο Μανιάτης

που η φωνή του η «κατσαρή»

δεν είχεν όμοιά της!

.

Με τας Συνόψεις ανά χείρας

οι «δορυφόροι» του Καππέ

δεν παραλείπαν’ να κοιτάνε

καμμιά καλή …καρακαπέ[xxiv]!

.

Και όταν, κατά τας γραφάς,

γινόταν άρτου «κλάση»,

σταυροκοπιούνταν οι γρηές

για της …πορδής τη δράση!

.

«Ω! προσκυνούμεν, Κύριε,

τη ταπεινή …πορδούλα σ’»

εψέλλιζαν τρεμάμενα

τα χείλη της Σταθούλας!

.

Στη δύση των Χαιρετισμών

το «χαίρε» της «Εξόδου»,

ορόσημο …διακοπών

και ψυχικής ανόδου!

.

Το έπος της πατρίδας μας

στα κύτταρά μας ζούσε,

και κάποια ντάπια μυστική

το «είναι» μας κρατούσε.

.

«Άγια μέρα ξημερώνει»

έπαιζε η μουσική

και το Σάββατο Λαζάρου

«δεύρο, έλεγε, ψυχή»

.

Ο μπάρμπα Μάκος Λιακατάς,

κλώνος γενιάς μεγάλης,

κάθε Λαζάρου αποβραδύς

ντυνότανε Καψάλης.

.

Με τον δαυλό του άναβε

στη μνήμη μας φωτιές

κι η Ισμήνη τον εθαύμαζε

«κοιτάξτε τον μαρές!»

.

.

m1-theos-01.jpg

.

Μεγάλη Τρίτη οι αμαρτωλές

την Κασσιανή τιμούσαν

κι οι μοιχαλίδες αποχή

στο «απατάν» ποιούσαν!

.

Μεγάλη Πέμπτη έφτιαχναν

οι μάννες μας κουλούρια

ενώ οι παίδες  προ Βαγιών

ετοίμαζαν σκαστούρια[xxv].

.

Χαρτί από τον Διαμαντή

φυτίλι απ’ τον Αλέστα

μπαρούτι από τον Σταθή

κι από αλλού τα ρέστα.

.

Του παπα-Γιώργη η φωνή

στεντόρια κι αγρία

μονάχα στο «Δωδέκατο»

γινόνταν μελωδία!

.

Με «κλάμα» ο Καλλίνικος

την Σταύρωση τελούσε

μ’ αν ήτανε στο χέρι του

και μας θα …εκτελούσε!

.

Παρασκευή εν «Εγκωμίοις»

και με φωτιές προ των ναών.

με έγχελεις ως οβελίες

και καραφάκια των …χοών[xxvi]!

.

Νωρίς μαζεύαμε τα ξύλα

από ερείπια και μή,

και δεν εγλύτωναν ακόμα

ούτε …πριάρια στη Συρμή!

.

Στο άγιο παρανάλωμα

κάθε «πληγή» παρούσα

και οι Αρχές μάς «φόβιζαν»

με Τζάγκο και Λαιμούσα!

.

Ροκάνας, Κάρης, Μούσουρας

Πάτσουλας, Κώλος. Τάκης

Τσιρίμπας, Ζάμπας, Μάοτας

Αγάπης, Πίτσος, Μάκης.

.

Κατόπιν,  «μετά συντριβής»

στην εκφορά μετείχαν

του έαρος των εαυτών

και των χαρών που είχαν.

.

Ως πάντα, με ψιλοβροχο

θυμάμαι την πομπή

κι η σάλπιγγα του Κούνελου

στη μπάντα να ήχεί…

.

Ο Επιτάφιος βαρύς,

καθότι από …μαόνι,

με τον ΟΣΕΛΜΑ[xxvii] εν σειρά

το βάρος να σηκώνει!

.

Στο άχθος της μεταφοράς

μετείχε κι ο Σωλήνας

που λόγω επαγγέλματος[xxviii]

είχε και τας ευθύνας.

.

Με τον Πεπόνια πάντοτε

να άρει τον Σταυρό

κι ο Πίτσος κορακίστικα

να ψάλλει εν κρυπτώ!

.

Ο κόσμος μεσ’ τη θλίψη του

και τη νηστεία άμα

με ουζο επεραίωνε

του Γολγοθά το Δράμα.

.

Μεγαλοβδόμαδο κι Απρίλης

μέρες παντοίων νηστειών

χέλι, καβούρι και γαρίδα

Χαίρε ω!«ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ»[xxix]

.

Στου Αγγελόπουλου[xxx], επίσης,

«ύψωμα» σήκωνε κανείς

μετά γαρίδων και παρέας

σε συζήτήσεις εκτενείς.

.

Είτε με ούζο «ΤΡΙΚΕΝΕ»[xxxi]

ή με «ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ»[xxxii]

τη θλίψη μετουσίωνε

εν τέλει σε …μεράκι.

.

Μεγάλο Σάββατο μπονώρα[xxxiii]

η θραύση των κεραμεικών:

μπότια, λαϊνες και τοιαύτα

ίπταντο προ των κεφαλών!

.

Ολοχρονίς κομπόδεμα

εκάναν’ οι ψαράδες,

για νά ‘χουν Πάσχα κι Άϊ-Συμιό

αβέρτους τους παράδες.

.

Μεγάλο θέλαν’ το αρνί,

πάνω από δέκα οκάδες,

κι ουδέποτε …αδερφίστικες

αγόραζαν λαμπάδες!

.

Τα βούρλα τους τα ψώνιζαν

στην αγορά Σαββάτο

και για το Πάσχα το πρωί

ετοίμαζαν …πριτσπάτο[xxxiv].

.

Το βράδυ στην Ανάσταση

για το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

με τον πιο φάλτσο δέσποτα

που «ποίμνιο» …υπέστη!!!

.

Τοιούτου φάλτσου κοινωνά

τα ηρωϊκά μας ώτα

εδέχοντο σαν βάλσαμο

τα θεία …βαρελότα!

.

Μεγάλο Πάσχα το πρωί

μιά Ψησταριά η πόλη,

«πληβείοι» και «πατρίκιοι»

εν Αναστάσει όλοι.

.

Στους δρόμους αυτοσχέδιες

στηνόταν ψησταριές…

δοκάρια εκατέρωθεν

κι ανάμεσα φωτιές.

.

Το λούκι …ένας τράβαγε,

ως είθισται εν γένει,

κι οι άλλοι μεσ’ την κριτική

και το ψητό …χωμένοι!

.

Εμείς παρέα ψήναμε

συνήθως με τον Μπότα

με Μπάρμπα-Στάθη στα αρνιά,

κατά τα ειωθότα!

.

Μονίμως το ζωνάρι του

στη μέση εσφιγμένο

και το μαλλί το αραιό

αψόγως κολλημένο.

.

Ερριχνε πάντα ένα χορό

λιτό σαν …αγγελία

και έκανε το κάθε τι

ιεροτελεστία!

.

Στη μέση της παράστασης

έσκαγε δυό σκαστούρια

που κράταγε στο χέρι του

σα της Λαμπρής κουλούρια!

.

Ξηρογιαννόπουλοι πιο κει

μαζί με Καρκανιαίους

κι ο Μπακαλάκιας με αυτούς

και άλλους νοματαίους.

.

Μπρος τον Αγιο-Σπυρίδωνα,

Κοντός και Τρικεναίοι,

Μανιάτηδες και Κρήτηδες

και κάποιοι Αθηναίοι.

.

Τις σούβλες αργογύριζαν

οι …εν καμίνω παίδες,

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» άδοντας

και τρώγοντας μεζέδες.

.

Ώσπου να πάψει το αρνί

στα «μπούτια» να «κρατάει»

το Πάσχα γίνονταν «καπνός»

χωρίς να μας ρωτάει.

.

Τ’ απόγευμα ανόρεχτοι

εν πλω για τα «Ηρώα»

για την «Αγάπη» ύψωμα

σηκώναμε αθρόα.

.

Πενήντα μέρες πιο μετά

πίπιζες και νταούλια

στον Αη Συμιό φυλάγαμε

στη μνήμη καραούλια…

.

Με το μαγγάνι συνεχώς,

στου βίου μας το φρέαρ,

αναρωτιέμαι, μειδιών,

«που έδυ σου το έαρ;»

.

s-12.jpg.

neon.gif

new-5.jpg

.

ΩΔΗ

ΣΤΗΝ ΤΑΤΑΡΟΥΝΑ

.

Μεσοτοιχία μεθ’ ημών

η Ταταρούνα ζούσε

που με τους πόδας ανοιχτούς

αεί περιπατούσε!

.

Δε θα ‘λεγα πως έμοιαζε

μ’ έργο του Πλάστη θείο…

ήταν σαν σύνταξη κοντή

κι ωχρή σαν παραθείο!

.

Του «βούκινου» θεραπαινίς

και της «υπτίας» στάσης,

στον έρωτα δεν ξέχναγε

του …Πλάτωνος τις βάσεις!

.

Φούστα φορούσε κλαρωτή

μ’ ένα φουρό από κάτω

κι έτρεφε μύστακα φαρδύ

ωσάν τον …Λασκαράτο!

.

Μονίμως κότσο τα μαλλιά

με μία καρφοδέλλα,[xxxv]

στα χείλη κόκκινο κραγιόν

και βήμα …ταραντέλλα.[xxxvi]!

.

Ο εις κυνόδους της χρυσούς

και αργυρούς ο άλλος,

εκ των ερώτων εις Ρισβάς

λογίζετο μεγάλος!

.

Την σκάφη είχε στην αυλή

και πάντα τραγουδούσε,

ξεπλένοντας ταυτόχρονα

και όποια προσπερνούσε!

.

Η «καλλικέλαδος» Ρηνιώ,

σαν …σέντερ-φορ ραιβόπους[xxxvii],

στη σκάφη και στον κράββατον

δεν αισθανόταν …κόπους!

.

Στη μέση του πλυσίματος

αρχίναγε καυγάδες,

συνήθως με μονόλογους

σκληρούς σαν συμπληγάδες.

.

Ακόνιζε τη γλώσσα της

δίκην ακμής ξυρού[xxxviii]

και πάντα στους καυγάδες της

μετείχε μια Σφυρού.

.

Ομηρικές οι μάχες της

με Αθηνά κι Ελένη

κι η Αμαλία εν θυμώ

τις μούντζωνε η καημένη.

.

Το «κέρατο» κι οι ενοχές

στη σκάφη ξεπλενόταν

και ύστερα με τα «λευκά»

στο σύρμα απλωνόταν.

.

Γυμνή λουζόταν στην αυλή,

ω! …γλίνας Αφροδίτη,

θέαμα λάγνων οφθαλμών

«μπανίζοντος» …κοπρίτη!

.

Ο Μπάρλας κι η παρέα του,

στα πέριξ «κλαρωμένοι»,

την έβλεπαν σαν …ριβανί[xxxix]

και δη ξεροψημένη!

.

Η Ταταρούνα η Ρηνιώ,

το πρώτο … Σι Εν Εν,

στο πλύσιμο και «ξάπλωμα»

ποτέ δεν είπε …ΔΕΝ!

.

Αρχόντισσα του πλυσταριού

και κόρη της μπουγάδας

κατείχε, φευ, τα «άπλυτα»

της …Δυτικής Ελλάδας!

.

Γειτόνισσά μας η Ρηνιώ

η σύζυγος του Μόγια,

ποτέ της δεν «κεράτωσε»

τον Παύλο με τα …λόγια!

.

«Κορώνα» στο κεφάλι της»,

ως έλεγε, τον είχε

κι ο δόλιος από …αίγαγρο

ελάχιστα απείχε!

.

Τον σταθερό της έρωτα

τον είχε στο λιμάνι

κι εδέσματα του έκανε

«δυνάμεις» να μην …χάνει!

.

Το διαρκές της μέλημα

πως το φαϊ να στείλει…

μου έδινε ένα δίφραγκο

και ήρον το σατίλι!

.

Σιγά-σιγά περάσανε

τα χρόνια κι η μπογιά της

κι εξαϋλώθη η Ρηνιώ

μέσ’ τ’ «ανομήματά» της!

.

Στο πλυσταριό του ουρανού

τα Σεραφείμ θα πλένει

και τσάρκα με την Κασιανή

Σαρακοστή θα βγαίνει!

.

Αν ξαναρχόνταν η Ρηνιώ

μαζί με τον Βασίλη

χωρίς …ΕΥΡΩ  θα πήγαινα

το μαγικό σατίλι!

.

lantern04.gif

neon.gif

new-6.jpg

.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ

ΦΡΑΓΚΟΡΡΑΠΤΕΣ

.

Ω! Πάθη της πτωχής αυλής

και ράμματα της γούνας

τι ραψωδία και αυτή

πιο κει της Παλιοβούνας!

.

Βίος ραπτών φαλλόσπαρτος,

«άρατε φίντες[xl] όλοι»…

αλλοίμονο, στον δίαυλο

δεν προσαράζαν’ στόλοι!

.

Με ντρίλι[xli] δούλευαν οι μαιτρ

της ραπτικής στην πόλη

και στον καβάλο ξόδευαν

τη μαεστρία όλη.

.

Επίσης είχαν την ροπή

κι από την κούνια κλίση

να παραδίδουν το «ορθόν»

για αλλοτρία …χρήση.

.

Μπερδέψανε στα σύνεργα

τον κώλο με  …μπιλότα[xlii]

και πήρανε από νωρίς

την τεθλασμένη ρότα.

.

Eλάμβαναν ως «φάρμακο»,

για τα …νεφρά τους δήθεν,

όσους φαλλούς εώρακον

εδώθεν και εκείθεν!

.

Από τη λιμνοθάλασσα

και όλους τους καημούς της

ηράσθησαν διακαώς

τους αλιείς υιούς της!

.

Εις τ’Αντιλκό δεν έκαναν

ποτέ …ατασθαλία

γιατί εδέσποζε εκεί

ο ράπτης …Μανωλία!

.

Είδαν πολλά τα μάτια τους

κι ο κώλος τους επίσης,

πέρασαν πείνες, κατοχές

και βαζελίνων κρίσεις

.

Και λόγω που στα πάθη τους

δεν έβαλαν ηνία

η συντεχνία των χωνιών

εκλήθη …«τρι-χωνία»!

.

Πέσαν’ σε λάθος εποχή,

μπορεί και λάθος τόπο,

ένθα το κράξιμο «συκιά»

ηχούσε χωρίς κόπο.

.

Αυτοί τότες δεν είχανε

την γκλαμουριά των γκέϊ

εάν γεννιόντανε ξανά

άλλα θα είχαν κλέη.

.

Θα είχαν συνδικαλιστεί

και θα ‘χανε προκόψει,

ανεξαρτήτως των φαλλών

που είχαν …πετσοκόψει.

.

Πολιτικοί και δέσποτες

μπορεί να είχαν γίνει

και δεν θα πέρναγαν ζωή

πικρή σαν …αντιμπρίνη[xliii]!.

.

Θα ήταν μαιτρ της ραπτικής,

ήγουν της «οτ κουτίρ»[xliv],

τον Πούτσι[xlv] θα ‘χαν γείτονα

και όχι τον …Μπατίρ’!

.

Εκ των ραπτών παλιότερος

εφέρετο ο Μπρίκης

που έβλεπε τα χρόνια του

να φεύγουν, μετά φρίκης!

.

Καίτοι το «γράμμα πήγαινε»

φευ, ήταν νυμφευμένος…

δεν ξέρω για ποιό άλλοθι

το έκανε ο καϋμένος.

.

Οι κληρωτοί από τη μια

κι από την άλλοι οι νάπτες

αχ, τι τραβάνε και αυτοί

οι «ζωηροί» οι …ράπτες!

.

Κι η Μπρίκαινα θα ‘κέκτητο

τον «πιο καλό αντρούλη»

εάν του Σπύρου το «ορθόν»

δεν ήταν σαν καρούλι!

.

Με ναύτην επυγίζετο

παρά τω παραθύρω

και εκ του δρόμου οι πεζοί

«γειά σου, του λέγαν, Σπύρο»

.

«Ποιος είναι Πίπη μ’ που περνά»

ερώταγε το ταίρι…

«Τη δ’λιά σ’ εσύ και μη ρωτάς!

να μη σ’ ενδιαφέρει!»

.

Όταν το πάλαι ο Μενελής

του έκανε τη «δ’λούλα»

του Σπύρου ηνεώχθησαν

τα …φινιστρίνια ούλα!

.

«Βγάλ’ τονε έξω Μενελή μ’

και δεν το ματακάνω…,

γονατιστός ως τον Προυσό.

θα πάω κι από πάνω!»

.

Ο έτερος της ραπτικής

και της «ροπής» πυλώνας,

ζούσε στο Αστυ το Κλεινόν

και ήταν ο Γλαρόνας.

.

Ηδέως κακομούτσουνος

και με λαιμό σαν γλάρος

στο Τιμπουκτού θα ήθελε

να πήγαινε φαντάρος!

.

Την «κουβαρίστρα» και αυτός

εδούλεψε με πάθος

μα πήγε στα ουράνια

πριν μεταβεί στο …Αθως!

.

Ο άσπιλος φραγκόραπτε

κάπου εκεί στην Πλάκα

όπου σφοδρώς υπέφερε

την των Τσερλαίων πλάκα!

.

Ο Τάκης σαν τον έβλεπε

τον έκραζε «Γλαροοόνα»,

«Τσέεερλα» η αντιφώνιση

με δέουσα κορώνα!

.

Ερχότανε σαν τα πουλιά

άνοιξη – καλοκαίρι

και αρμυρίκι ουκ εστί

τον ίσκιο του μην ξέρει.

.

Παρέα νυν με τον Κοληό,

τον Μάνεση, τον Μπρίκη

θ’ αναζητούν το μέγεθος

ουράς, που τους προσήκει!

.

.s-15.jpg

.

Ο τρίτος κι ο καλύτερος

ο «κλασσικός» Ζαφείρης

«αερικό» μιας εποχής,

σεπτός και νοικοκύρης.

.

Πλέον σαν …ντάπια[xlvi] τον θωρώ

και ως Μεσολογγίτη

που μόνασε στα πάθη του

και στης ψυχής το σπίτι.

.

Ο Μούσουρας[xlvii] σαν έφτιαχνε

το πρώτο του κοστούμι

εφάνταζε στον μόδιστρο

σαν …συριανό λουκούμι!

.

Ημουν παρών σαν τού ‘παιρνε

τα μέτρα για …καβάλο

«δε ξέρω Νίκο μ’ τα λιμπά σ’

σε ποιά μεριά να βάλω»!

.

«Αει, τα βάζω δεξιά,

μ’ αριστερά αν βγούνε,

της γειτονιάς τα σχόλια

ποιοί ύστερα θ’ακούνε;»

.

«Κάτσε λοιπόν και μη μιλάς

να ξαναπάρω μέτρα

και συ τσ’ Παγώνας μη γελάς

γιατί θα πάρω πέτρα!»

.

«Και να ξανάρθεις Νίκο μου

να ξανακάνεις πρόβα…

δυό μέτρα είσαι μακρυά,

δεν θέλεις …Μεσολόβα[xlviii]

.

«Να ‘ρχεσαι Νίκο μ’ πιο συχνά

να φέρνεις και το Μάκη,

τσόντα με τσόντα κάποτε

θα βγει το …κοστουμάκι!»

.

Πλην της βελόνας ο σεπτός

και άλλα διακονούσε…

σε τεθνεότας ντύσιμο

και στολισμό τελούσε!

.

Του Παπλωματά θανόντος

στείλαν’ ένα νεαρό

να φωνάξει τον Ζαφείρη

για να «φτιάξει» τον νεκρό!

.

Ήτανε νύχτα ζοφερή

και ο σεπτός κοιμόταν…

σαν ξύπνησε δεν ήξερε

ο δόλιος που βρισκόταν!

.

Σαν είδε μπρος τον νεαρό

ξαφνιάστηκε ο Ζαφείρης

και νόμισε πως ήτανε

της «κλίνης» μουσαφίρης!

.

Μην έχοντας «διάθεση»

κι όντας εξ «όλων» πλήρης

άρχισε ουν να φωνασκεί

σαν λάβρος νοικοκύρης!

.

«Μα τι το πέρασες εδώ

και μού ‘ρθες τέτοια ώωωρα,

νταβραντισμένος τάχαμου,

σύρε κι …έλα μπονώρα»!

.

«Άνθρωπος είμαι και ‘γω

κουράζομ’ ο καϋμένος,

να σας προλάβω ολουνούς…

προσέξτε επομένως»

.

«Ζαφείρη, ο Παπλωματάς

πέθανε, πά’ καλλιά του[xlix].

σε θέλουνε στο σπίτι του

για τα φτειασίδικά του»!

.

«Γιατί μανούλα μ’ δε μ’ το λές

κι μένα τόσην ώρα

και νόμσα πως εζήταγες

τη …δ’λούλα, αποληώρα;[l]»

.

«Σύρε μανούλα μ’ κι έρχομαι

να πεις στ’ς Παπλωματάδες

και σύ παιδάκι μ’ να ματάρθ’ς

σα φύγ’νε οι παπάδες»!

.

Η φύση δεν εδώρισε

κάλλη πολλά στον ράπτην

κι εικάζω πως «τοις μετρητοίς»

ηγόραζε το … «άπτειν»!

.

Ο έρμος πλέον ξέσυρε,

κι εξαϋλώθη άμα,

σαν όσιος αμαρτωλός

που περιμένει τάμα!

.

Ο κώλος ο γεγηρακώς

το χούι δεν το χάνει,

ακόμα και στη σύνταξη

ποιεί ότι …προκάνει.

.

Τον επιούσιον φαλλόν

ουδέ κατ’ όναρ βλέπει

και ουν εις κάθαρσιν ψυχής

μυχίως αποβλέπει!

.

Ο Μέλια-μέλιας, το …«μωρό»

κι ομόκλινος εταίρος,

στα δρώμενα, χωρίς Ευρώ,

δεν παίρνει πλέον μέρος.

.

«Μανούλα μου που να τα βρω

κι εγώ για να θτα δώθω,

μήτε να ράπθω πια μπορώ

μήτε και να στριφώθω»

.

«Διακόθα παίρνω θύνταξη

μανούλα μου ευρούλια

γιατί εγώ σε Γερμανό

δεν έδωθα …καπούλια»

.

«Έτσι μου κόπθαν’ θύνταξη

κι εμέ για τον Αγώνα

γιατί εβγήκα θτο κλαρί

με όπλο τη βελόνα»

.

«Η σύνταξη είναι μικρή

κι εσύ θέλεις ρεγάλο…

κάνε μανούλα μ’ πθυχικό

καλό νά’βρεις μεγάλο»

.

Να πάρει σβάρνα τις μονές

του έμελλε εν τέλει

ικέτης πότε στον Προυσό

και πότε στην Πεντέλη.

.

Ως πρόβατον απολωλός

ή μάλλον …προβατίνα,

την κάθαρση αναζητά

με …ΤΡΥΛ ή βαρεκίνα!

.

«Παπούλη μου αμάρτηθα

και θέλω αφεσούλα…

ο κώλος μ’ έγινε πλισέ[li].

θα κάτσω θτην ακρούλα!»

.

«Δόξα τον Άγιο Συμιό

ποτέ μου δεν αρρώσταινα

μα τώρα έγινα κι εγώ

σμπαράλια σα τη Πλώσταινα!»

.

«Να ‘ναι καλά η παπαδιά

που με προσέχει, πάτερ,

τώρα που χάνω από παντού

κι ιδίως απ’ το …κάρτερ!»

.

«Εγέραθα παπούλη μου

και πια τα σώβρακά μου

τα κατεβάζω, δέθποτα

μόνο για τα… κακά μου»

.

«Εγέραθα και δεν μπορώ

πλέον να κάνω τρέλλες,

αχ! τι τραβάμε θτα στερνά

οι …μεγαλοκοπέλλες!»

.

«Να μη με βρει του Άϊ-Σπυρδών

άμα ξαναμαρτήσω

κι αν λάχει κάνα «τυχερό»

ξω-πίσω μου θ’ αφήσω!»

.

«Μπροστά, Ζαφείρη, στο Θεό

είμαστε όλοι ίσοι…

βεβαίως κάποιοι εξ …υμών

χρειάζονται και …πλύση!»

.

«Σαν παραγάδι άπλωσε

τα κρίματά σου όλα

να δω αν πάρεις άφεση

ή θα σου δώσω …φόλα!»

.

«Καλά, παπούλη μ’ θα στα πω

και με το νι και θίγμα,

θέλω να πάω αψηλά

χωρίς κανένα στίγμα»

.

«Εμένα πρέπει η αμπολιά

άγαλμα να μου στήσει,

πολλά κοστούμια, πάτερ μου,

με …»είδος» έχω κλείσει»

.

«Το άγαλμα να παριστά

την … «όγδοη καμάρα»

και από κάτω να γραφτεί:

ΠΟΣΟΙ ΔΙΗΛΘΟΝ ΑΡΑ;»

.

«Γενιές, παπούλη μου, γενιών

ξεσκόλισα αθρόως

και είναι θαύμα τ’ Αϊ-Συμιού

που είμ’ ακόμα σώος»

.

«Ήτανε τότες, άγιε,

τα … «χάβαρα» κλεισμένα,

ψηλά όμως τα «λάβαρα»

σαν το Είκοσιένα!»

.

«Θα ‘τανε κρίμα απ’ το Θεό

θυσία να μη κάνω…

και μέσα σ’ όλα μ’ είπανε

και «τέτοιο» από πάνω!»

.

«Δεν μπαίνω σε ονόματα

γιατί δε ζούνε όλοι

κι αυτοί που  ζούνε ξέχασαν

τι ‘μολογούν οι …μόλοι!»

.

«Εγώ παπά μ’ προσέφερα

πολλά στη κοινωνία,

να μη γυρνάνε τα παιδιά

σε …Βρόμα[lii] – καφενεία!»

.

«Προπόνηθα την αμπολιά

να βγάλει …παλληκάρια,

μπροθτά μου Μπρίκης και λοιποί

απέχουνε καντάρια!»

.

«Όλα τα πάντρεψα μετά

με προκομένες τσούπες

κι εμείς οι …δόλιες ορφανές

ξεμείναμ’ από …κούπες!»

.

«Μα τι τα θέλεις, άγιε,

δικαίωση που νά’βρω

και πάνω σ’ όλα τα κακά

το μέλλον βλέπω μαύρο…»

.

«Προφήτης όμως, πάτερ μου,

κανείς στα χώματά του…

κι ο πάπα-Πίτσος στ’ Αντιλ’κό

κουνά τα …θυμιατά του!»

.

«Μα τώρα δα θυμήθηκα

του Πίτσου τη μαννούλα,

θτεναχωριέμαι, πάτερ μου,

π’ αρρώστησ’ η γριούλα…»

.

«Εμένα με μεγάλωσε

η μάνα τ’ πάπα-Πίτσ’

γιατί σ΄ αυτήν δεν έδωσε

ο Κύριος …κορίτσ’!»

.

«Καλά, για πες μου τέκνο μου.

πόσο χρονώ την κάνεις;

Δεν είστε συνομήλικοι

ή μήπως λάθος κάνεις;»

.

«Μανούλα μ’ η γερόντισσα

κοντεύ’ τα ενενήντα…

μα ‘γω παπούλη μ’ πιο πολύ

δεν ειμ’ απ’ τη …Τουρλίδα!»

.

«Και τον Πεπόνια μη γροικάς,

δεν είν’ με τα καλά του,

καήκαν’ τα μητρώα μου

επί …Ευαγγελάτου!»

.

«Τέκνο μου πως μεγάλωσες;

σε ποίο περιβάλλον;

στα «τραίνα»ήσουν …μηχανή

ή όπισθεν των άλλων;»

.

«Εγώ παπούλη μ’ πάντοτε

ήμουν …λοκομοτίβα

και από πίσω ο…συρμός

να περιμένει στίβα!»

.

«Ποτές δεν άφηνα εγώ,

πανάγιε, τα πόστα!

Αξίωμά μου το ρητό:

«όλα Ζαφείρη δώστα»»

.

«Είχαμ’ αρχές οι παλαιοί

κι ας γίναμε …παδέλες,

τώρα ξεφύτρωσαν πολλές

σα νά ‘ναι …ζαμπαρέλλες[i]

.

«Αν τώρα που μετάνοιωσα

και άφεση μου δώσεις,

μπορείς μεσ’ τον Παράδεισο

σκαμνί να καπαρώσεις;»

.

«Ν’ αναπαεί η ψυχούλα μου

κι όλα τα …πεπτικά μου,

μοδίστρα των …Αρχάγγελων

με ραπτικά δικά μου.»

.

«Να έχω φωτοστέφανο

φτιαγμένο απ’ τον Μπόνα

και να πετάω έχοντας

κοντά μου τον Γλαρόνα.»

.

«Στην κόλαση να κάνουμε

επίσκεψη με φρίκη

κι αλάτι απ’ τις Αλυκές

να ρίχνουμε στον Μπρίκη!»

.

«Μήπως και γίνει νόστιμος

σαν βράζει στο καζάνι…

Τα κάλλη που ‘χαμε εμείς

ο Πίπης δεν τα φτάνει!»

.

«Το πυρ θα δυναμώνουμε

μετά στις πυροστιές…

τι κι αν αγιάσω πάτερ μου,

δεν κόβω τις …πουστιές!»

.

«Μετά θα φτερουγίζουμε

στης νιότης μας τα μέρη,

όπου η κάθε σπιθαμή

τα χούγια μας τα ξέρει.»

.

«Υψώματα για λόγου μου

ο κλήρος θα σηκώνει

γιατί κι εγώ με κληρωτούς

κοινό είχα σεντόνι.»

.

«Σαν όνειρο μου φαίνεται

πως θα με κάνουν άγιο

η μην ξυπνήσω, πάτερ μου,

και φάω κάνα …τάγιο;[ii]»

.

«Από παιδί ζαλώθηκα[iii]

της σάρκας τα φορτία,

σου τά ‘πα όλα, άγιε,

κι ουκ έχω αμαρτία!»

.

«Στα είπα και ξαλάφρωσα,

κι έχω ψυχή λαμπίκο,

απ’ τη χαρά θα λάλαγα

μα είμαι πια …πιπίκω![iv]»

.

«Έλα και δώσ’ μου άφεση,

έστω …την πρώτη δόση,

προτού του Πίτσ’ η παπαδιά

τη ριβανί κενώσει[v]…»

.

«Ζαλιά[vi] μεγάλη άφησες

επάνω μου Ζαφείρη

αν την απλώσω ξεπερνώ

του Ρίου το γιοφύρι!»

.

«Πολλές οι αμαρτίες σου

κι εγώ έχω …πλαφόν,

η άφεση, ω! τέκνον μου,

δε μοιάζει με …ταμπόν!»

.

«Άσε με λίγο να σκεφτώ

και φώτιση να πάρω,

ίσως πετύχουμε πολλά

μόνο με ένα σμπάρο!»

.

Ο γέρων κοίταξε ψηλά

την φώτιση γυρεύων

και με βαθεία συντριβή

απάντησε κελεύων:

.

«Στον Άϊ-Συμιό θα σέ ‘στελνα,

να πας στον Κορωνιό,

μα θέλεις όμως άδεια

απ’ τον Σακεριανό»

.

«Μα ούτε στον Σοφρώνιο

δε θέλω να σε στείλω,

να μη σε κάνει ασκητή

σε ιβαρίσο …στύλο!»

.

«Βρες τον πατέρα Γιδεών

συγχώριο να σου δώσει…

ξέρει αυτός από τεκνά,

κι έχει βαθεία γνώση»

.

«Σ’ αυτόν έστειλα, τέκνον μου,

την Γκαβο – Γαβριέλα,

κοπέλα μη …ποτιστική…

με σαπφική ταμπέλα!»

.

«Και ως μου είπε ο Γιδεών,

-τέτοια «παιδιά» δε βρίσκω

ακόμα κι αν στο Τσιμπουτί

βγάλω αγάπης δίσκο-…»

.

«Και φυλακή, ω! Κύριε,

τω στόματί μου θού,

μου φαίνεται πως του ‘κανε

εξέταση …βυθού!»

.

Μα ο πατέρας Γιδεών

με τα λαμέ τα ράσα

είχε μονάχα μια ευχή…

να ζούσε στη …Μομπάσα!

.

Τα ράσα του παραγγελιά

στον «αδελφό» Κωστέτσο

κι Απόστολο για προσευχές

τον …Αποστόλη Γκλέτσο!

.

Κατάβαθα ο Γιδεών

μισούσε τον Ζαφείρη

γιατί διήγε την ζωή

μ’ ελευθερία …πλήρη!

.

Αεί βρισκόταν ο πατήρ

σε μια διελκυνστίδα,

από εδώ να ‘ναι παπάς

και από κει …συλφίδα[vii]!

.

Στα νειάτα του συνέλεγε,

όπως κι εμείς, «τσιγκάκαι»

μα ύστερα το γύρισε

και μάζευε …στρινγκάκια!

.

Για μύρο του το «Ζιβανσί»,

τα κρουασάν για …άρτο,

ο άνθρωπος και η ψυχή

«ου ζήσεται επ’ άρτω»!

.

Ως «γέρων», γαρ, ο Γιδεών,

των «χάϊ» και των «ιν»

είναι καριέρας «άγιος»

κι ουχί «τσελβόλ» …ποιμήν.

.

Αν ευλογούσε αυθωρεί

κάθε «συκιάς» τα σύκα,

θα πλάκωναν μεθ’ ου πολύ

κι οι …αδελφές του ΙΚΑ!

.

Ενώπιον του γέρου πια

κι οσίου φραγκορράπτη,

ουκ οίδε ως πνευματικός

τι έδει να προσάπτει!

.

Άρχισε ουν να σκέπτεται

το θέμα σοβαρώς,

αμφι-ταλαντευόμενος

στα άμφια κι αυτός.

.

Μπορεί να ήτανε «συκιά»

από την κούνια ήδη

και τα γονίδια «φτερά»

να είχαν για στολίδι…

.

Μα αν γεννήθηκε Ερμής

και Γανυμήδης βγήκε,

χίλιες να κάνει προσευχές

για ότι … «ένδον» μπήκε!

.

«Σκύψε, Ζαφείρη αμαρτωλέ,

να πάρεις την ευχή μου»…

κι ο άμωμος με δισταγμό:

«Να βγάλω το …βρακί μου;»

.

«Ζαφείρη μου την κεφαλή

σου ζήτησα να κλίνεις

και του λοιπού, ω! τέκνον μου,

επιλαθού της …κλίνης!»

.

«Μήπως μπορώ σεβάσμιε

κανένα κάθε …τόσο;…

Στ’ ορκίζομαι θτον Αϊ-Συμιό

στην Κόλαση θα …στρώσω!»

.

«Ε, αν είναι τέκνον μου

για τα …νεφρά κανένα….

μα σε ημέρες νηστειών

εγκράτειας θου φρένα!»

.

«Θ’ ευχαριθτώ παπούλη μου

θα στο χρωθτάω χάρη…

τώρα ας έρθει ο Μιχαήλ

για άπα να με πάρει!»

.

«Κατάταξέ με πάτερ μου

με τις …μωρές παρθένες

κι όταν βλεπόμαστε ψηλά

θα κάνουμε σαν ξένες…»

.

«Αφέονταί σοι τέκνον μου

οι αμαρτίες όλες…

Ας το γιορτάσουμε μαρέ

με μέντα και μαντόλες!»

.

«Βάλε και λίγο πίπερμαν

αν σ’ βρίσκεται παπούλη μ’…

θα σου φυλάξω δυό κ’ταλιές

σα φτιάξω το χαλβούλη μ’…»

.

«Φέρε μαρέ μανούλα μου

και τον ψηλό…εκειόνε

που έχει στην Πρωτεύουσα

Σχολή των Οδηγώνε!»

.

«Μπορεί κι εμείς να θέλουμε

να γίνουμ’ …οδηγίνες,

μη βλέπεις που τα άμφια

τα πάνε λιμουζίνες!»

.

«Αχ, να σε πάνε τέσσερες

και πίσω ο Καππές

που μου προσάπτεις τέκνο μου

προθέσεις ποταπές…»

.

«Πλατωνικά με τον ψηλό

συμπίνω και συντρώγω

κι αν κάνω σκέψεις μύχιες

δεν θα σου δώσω λόγο!»

.

«Μαζί πηγαίναμε σχολειό

μ’ αυτόν και την …Κωστούλα,

εμπορορράπτου τον υιό

και καθ’ υμάς …κορούλα.»

.

«Χωρίς εμέ θα έβραζες

στην Κόλαση σαν γίδα

κι αντί μερσί τώρα μου λες

πως θέλω τον …αρίδα!»

.

«Έτσι που σούρωσες τζασλή

ούτε για σούπα φτάνεις

και λείψανο ακέραιο

με δυσκολία κάνεις!»

.

«Μαρέ αν ήθελα εγώ

θα κόλαζα και …Πάπα,

βαζελο-πόρφυρος ειμί

με μαγουλάκι φράπα»

.

«Χρυσέ μου όταν έβγαινα

με τα μπορντό στον άμβωνα

καλύτερα απ’ την …Ούρσουλα

το ποίμνιο εθάμβωνα!»

.

«Κι ως έσεια το θυμιατό

απ’ την Ωραία Πύλη,

μάτσο δεσπότες συν Θεώ

στον Πέτρο είχα στείλει…»

.

«Δεν φταις εσύ πανάθλιε

και γέρο φραγκορράπτη,

να δούμε ποιος με το καλό

καντήλι θα σ΄ανάπτει!»

.

«Πταίω εγώ που σού ‘δωσα

την άφεση ακρίτως…

δόξα να πεις στον Ύψιστο

που το ‘θελε κι ο Νίτος!»

.

«Μανούλα μου τι θ’ έπιαθε

ετούτο το ντελίριο…

με πήρες απ’ τα Ρέτσινα

και μ’ έφτασες στ’ Αντίρριο!»

.

«Με συγχωρείς παπούλη μου

πολύ στραβά το πήρες,

είπα κι εγώ σαν παλαιός

ν’ αλλάξουμε τις πείρες…»

.

«Εγώ μαρέ δεν ήθελα

κανένα να πειράξω

και να μη σώσω από δω

τον νέο αν …μαλάξω!»

.

«Πάτερ, εγώ την άφεση

κουτσά-στραβά την πήρα,

για τη δική σου την ψυχή

το τι θα κάνεις, τήρα!»

.

«Έχουμ’ εμείς τον τρόπο μας,.

Ζαφείρη μη σε μέλει…

πάνω και κάτω κυβερνούν

συνάδελφοι … εν τέλει!»

.

«Σαν βγω εις του Παράδεισου

τη Θεία Πασαρέλα

τα Χερουβείμ και Σεραφείμ

θα μου φωνάζουν «έλα» …»

.

«Κι εγώ μέσα στα ράσα μου

εξ απαλής μετάξης,

θα διασχίζω λικνιστός

τας Ουρανίας Τάξεις!»

.

«Αν λάχει κι είμαι τυχερός

κι έχω καλό …Αρμάνι

μπορεί του τάφου μου η γη

κι αρώματα να βγάνει!»

.

«Προσβάσεις εις την Σύνοδο

και αλλαχού κατέχω,

προβλέπω φωτοστέφανο

μετ’ ου πολύ θα έχω!»

.

«Και τότε πια ο Άϊ-Συμιός

γιορτές θα έχει δύο

κι εγώ ως ντόπιος Άγιος

σε σας θα …επενδύω!»

.

«Με συγχωρείς Αγιότατε

που σ’ έθιξα αδίκως…

πρώτος πιστός σου θα ‘μαι εγώ

κι ο ραπτικός μου οίκος!»

.

«Αν πάτερ μολαϊμισες

κάνε μου δυό …κωλιές

να πάμε στο κονάκι μας

μη βγάζοντας μιλιές…»

.

Γειά σου Ζαφείρη, αθάνατε

με το ποδήλατό σου

και τεθλασμένο ως …οχτώ

το …περιπατητό σου!

.

Αν φύγεις κάποτε από δω

για νά’βρεις τον Γλαρόνα,

«καβάλο» στον Παράδεισο

δεν βρίσκεις με σφεντόνα!

.

Ως έμαθες, τα Χερουβείμ

τα έχουνε «κομμένα»,

κλείσε καζάνι από δω

και βάλε μέσο εμένα!

.

Ο Μπάρμπα Μάκος ο Λιανός

χαλβούλη θα σου φτειάχνει

βάζοντας πάνω ζάχαρη

και κανελλούλα άχνη!

.

lantern04.gif

.


[i] ζαμπαρέλλα, η : πολύ μικρό ψάρι ακατάλληλο για βρώση. Σε κάποιες    περιπτώσεις χρησιμοποιούταν ως δόλωμα.

[ii] τάγιο, το : ξύλο

[iii] ζαλώνομαι : φορτώνομαι

[iv] πιπίκω, η : γαρδέλι (καρδερίνα) που δεν κελαηδάει

[v] κενώνω : σερβίρω

[vi] ζαλιά, η : το φόρτωμα

[vii] συλφίς -ίδος , η : νεράϊδα της γερμανικής μυθολογίας.

.

neon.gif

.

new-8.jpg

.

Ο ΘΕΟΣ

ΤΩΝ ΜΕΡΕΜΕΤΙΩΝ

.

Προστάτης των μερεμετιών

πάσης ρονιάς και πόρτας

ακαταμάχητος «Θεός»

ο Χρήστος Δελαπόρτας.

.

Της γειτονιάς μας οι σκεπές

δεν έκαναν χατήρια

και έτρεχαν οι άτιμες

συχνά σαν σουρωτήρια.

.

Ακόμα κι εκατόγχειρας,

αν ήταν, δεν μπορούσε

όλες μαζί να μπάλωνε

και να γεροκομούσε.

.

Οχι ποτέ δεν έλεγε

για κάποιο μερεμέτι

και δούλευε ταυτόχρονα

Φαρμάκη και Πρεμέτη.

.

Καρτέρι του εστήνανε

σα νάταν ο Νταβέλης

πότε η Μποράκω από δώ

και πότε ο Κιτσινέλης!

.

Εν τέλει, με χαμόγελο

και «πλάνισμα» του χρόνου

όλα εμπαίναν στη σειρά

άνευ τριβών και …φθόνου!

.

Στην αγορά σαν έβγαινε

με το ποδήλατό του,

σαν Δον Κιχώτης έμοιαζε

επάνω στ’ άλογό του.

.

Λίγα μαλλιά στην κορυφή,

γυαλιά και σκελεθρώδης,

φιγούρα που για ποιητή

θα ήταν ιδεώδης!

.

Σκεπών και σοφατίσματος

βοηθός του ο Ηλίας,

το σοφατίζειν έβλεπε

μετά φιλοκαλλίας!

.

Τα καλοκαίρια μέ ‘περναν

κοντά τους ως μαχτίδι

και άχρηστος δεν ήμουνα

θαρρώ, εν …κατακλείδι!

.

Τη λάσπη, με τον γράβαλο[lx],

την έφτιαχνα εν τέλει

και είχα πλην του κολατσιού

και δραχμικά οφέλη!

.

Θυμάμαι πως επείραζα,

καθ’ έξιν τη Μποράκω

που ενίοτε θα εύχονταν

να μ’ έβλεπε στο λάκκο!

.

Το σύνηθες αστείο μου

ήταν μια μελιτζάνα,

πασαλειμμένη με σοβά,

ίδια …ποντικομάνα!

.

Απ’ την ουρά την κράταγα

και δήθεν όλο φρίκη

την πέταγα στα πόδια της

φωνάζοντας «ποντίκιιι»!

.

Κάθε φορά «κολπάριζε»

και έσκουζε η Μαρία,

«κακοχρον’νά’εις μούλικο»

η …ετυμηγορία!.

.

lantern04.gif

neon.gif

new-10.jpg

.

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΙΣΜΗΝΗ

.

Έμπλεως[lxi] ην καλλυντικών

στην τσάρκα η Ισμήνη,

ψεκαστικό που άρωμα

ξοπίσω του αφήνει.

Έτριζαν, σαν περπάταγε

κορσές, τακούνια, δρόμοι

κι η στεντορία της φωνή

αντιλαλεί ακόμη!

Ευρέως αθυρόστομη

κι ευστόχως ομιλούσα

καλόγρηα δεν θά’κανε

για την Αγιά Λεούσα!

Νταρντανοειδής κι αγέρωχη

αεί κεκοσμημένη,

του Σώζοντος αγλάϊσμα

λαού πεφιλημένη.

Έχοντας ουν «ομόκλινον»

ο Σώζων την Ισμήνη

χρείαν θα είχε ο πτωχός

από …νοβοκαϊνη[lxii]!

Παρ’ όλα αυτά ο γηραιός

για δήμαρχος κατήλθε

και σούσουρο ιστορικό

στην αγορά επήλθε!

«Καλός ο Σώζων, μα ..πουρό»

κολλούσαν στην Ισμήνη,

«μαρές ο κόσμος Δήμαρχο

κι όχι γαμ-πρό θα κρίνει»!

Της μάννας μου εξάδερφος

και Κύπρου αδερφός,

ήταν ο Μίμης, Έρωτας

λεγόμενος κι αλλοιώς.

Γυρνώντας απ’ την Πλώσταινα

στο δρόμο για το σπίτι

στεκόντανε για ούρηση

στο φώς τ’ αποσπερίτη.

Μπροστά στο Μηλιωναίϊκο

είθιζε να ουρεί

κι η οικουρούσα δέσποινα

τον Μίμη να θωρεί!

Οταν ο Μίμης άρχιζε

τα «σέα» να μαζεύει

εκ παραθύρου η κυρά

στον Έρωτα κελεύει:

«Άστονε λίγο Μίμη μου

ακόμα να Τον ‘δω»

(«σωθήκανε» του Σώζοντος

«αυτά» με τον καιρό!)

Αλέγρα, ανοιχτόκαρδη

και γελαστή σαν Πάσχα

είχε τη φλόγα στην καρδιά

και δεν φορούσε μάσκα.

«Να σε γνωρίσω Λιάκο μου

δύο δικές μας τσούπες»

«Τέτοια  κορίτσα έκρυβες,

Ισμήνη, και δε μού ‘πες;»

«Και τίνος είν’ Ισμήνη μου»,

ως μη γνωρίζων, γαρ,

«Τ’ Κανίνια είναι Λιάκο μου,

εκείνου του …πτανιάρ’…»

Χαίρε, Ισμήνη αγλαή

κι εσύ μακάριε Σώζων,

πείτε στον Μάκο το Λιανό

«θου μπάλωμα στο …όζον»!

lantern04.gif


[i] «Μαγειρεία»: δύο μικρές αίθουσες διδασκαλίες  στον περίβολο της Παλαμαϊκής Σχολής σε κτίσμα που κατά την κατοχή χρησιμοποιούνταν ως μαγειρείο[ii] Νταλί, ο: παρατσούκλι του Μάκη Πασσίση, με αποκλειστική  χρήση από τον αείμνηστο καθηγητή φιλόλογο Γιώργο Καρτάνο, για τις εικαστικές ενασχολήσεις του πρώτου.[iii] «Νικήτα βγάλε τα χωνιά»: Ο συμμαθητής και φίλος Νικήτας, λόγω προβλημάτων βαρηκοϊας, αυτοσαρκαζόμενος και κάνοντας πλάκα, έφτειαχνε χωνιά από χαρτί και τα έβαζε στα αυτιά του, για καλύτερα ακουστικά αποτελέσματα. Με τον Νικήτα καθόμασταν στο ίδιο θρανίο και είμασταν …συμπληρωματικοί ως προς τις αισθήσεις!. Αυτός με ρώταγε «τι είπε;» κι εγώ τον ρώταγα «τι έγραψε;». Δυστυχώς εκείνη η κολυμβήθρα του Σιλωάμ ήταν μάλλον σουρωτήρι![iv] ταϊτατάτς, το: άλμα εις μήκος άνευ φοράς. Παλιότερα αποτελούσα και Ολυμπιακό αγώνισμα, όπως και ο λίθος. Καταργήθηκε προς χάριν του μπάμπιγκτον και της τσιγκολελέτας επί βαζελίνης![v] «σοφίτα»: μικρή αίθουσα διδασκαλίας στο υπερώον της Παλαμαϊκής Σχολής[vi] «ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ»: κακόφημος κινηματογράφος στο κέντρο της Αθήνας (Ομόνοια) που έπαιζε από το πρωϊ ως τα μεσάνυχτα ταινίες πορνό. Το φιλοθεάμον κοινό δεν ήταν ότι καλύτερο είχε να επιδείξει η Αθήνα, ενώ η φασαρία, οι ατάκες και τα δρώμενα κατά τη διάρκεια της προβολής έμειναν παροιμιώδη.[vii] βροτός, ο: ο θνητός[viii] φουφού, η: είδος μαγκαλιού, μικρότερου μεγάθους από το σύνηθες.[ix] «τραινάκι», το: υποκοριστικό του «τραίνου» χρησιμοποιούμενο …μεταφορικώς για να παραπέμψει στον αναλόγου «σχήματος» ερωτικό σχηματισμό που είχε αποτελέσει το σκάνδαλο της χρονιάς (1979). Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να αποφεύγουν οι νεώτεροι, παραθέτω απόσπασμα του χρονογραφήματος «ΕΥ ΒΑΓΟΝΙΖΕΣΘΑΙ» του ΦΑΝΟΥ, που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «ΕΞΟΔΟΣ» στις 8/3/1980« …κατά τα αμφι-λεγόμενα εκείνου του θερμού καλοκαιριού, που πέρασε αφήνοντας πίσω του …γραμμές, η πολυθρύλητη πλέον ατμομηχανή «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ», του αντίστοιχου τέως Σιδηροδρομικού Σταθμού, ξηλώθηκε από τη θέση της όχι τόσο για να τοποθετηθεί στο σχετικό μουσεό του ΟΣΕ, αλλά όσο γιατί θεωρήθηκε (λένε) η ύπαρή της περιττή σε μια πόλη όπου τα «βαγόνια» της εν μπαγόρδα «αδελφότητας» ου χρείαν έχουσιν μηχανής, καθότι κέκτηνται τοιαύτην και μάλιστα οπισθίας κινήσεως! Πολλοί εχαρακτήρισαν τις σχετικές φήμες ως αβάσιμες, άλλοι δε ως «διαδόσεις των αριστερών». Το τελευταίον θα έδει να θεωρηθεί μάλλον ως άτοπον δεδομένου ότι … «η αριστερά δεν γνωρίζει τι ποιεί η δεξιά», πολλώ δε μάλλον τίνι τρόπω … «βγάζει τα μάτια της»! Οι φήμες, οι εικασίες και τα σχετικά σχόλια δεν θα μας απασχολήσουν. Τραίνο είναι και θα περάσει. Δεν έχει ιδιαιτέραν σημασίαν εάν η «μηχανή» του ήταν από την Απάνω Αγορά ή εάν αυτό έκανε …στάσεις και στην Κάτω. Έτσι κι αλλοιώς η αγορά μας ήταν ανέκαθεν …κοινή! Σημασία έχει πως σε μια εποχή που όλα τα πράγματα τραβάνε μπροστά, εδώ τραβάνε …πίσω!!! (Σημ.: το «πίσω» από την Έξοδο και ενετεύθεν παίζει καθοριστικό ρόλο στον τόπο μας, στενότερο και ευρύτερο). Και να σκεφθεί κανείς πως έπρεπε να χάσουμε την ατμομηχανή «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ» για να αποκτήσουμε το …εξπρές «ΤΟΥΡΛΙΔΑ». Και ούτω εγένετο πλέον εις όλους κοινόν όχι τι το καινόν αλλά κάτι ανέκαθεν γνωστόν, το ότι δηλαδή η καθ-εστ-ικυία τάξη μας δεν αγωνίζεται αλλά …βαγονίζεται!Βέβαια δεν είναι πολλά. Δέκα, δεκαπέντα, άντε το πολύ είκοσι ονόματα.. Ο παππούς, ο μπαμπάς, ο υιός. Ο υιός ακολουθεί επαγγελματικώς τα χνάρια του μπαμπά, πολιτικώς τα χνάρια της μαμάς, που κατά παράδοσιν είναι προοδευτικότερη του μπαμπά, και φροϋδικώς τα χνάρια της  …αδερφής. Σε κάποιο σημείο θυμάται την καταγωγή του κι αρχίζει να αγωνίζεται.. Μετά παντρεύεται και ύστερα … βαγονίζεται!»[x] πελάδα, η: καλύβα της λιμνοθάλασσας φτειαγμένη από καλάμια και φύκια, στερεωμένη πάνω σε πασάλους μπηγμένους στον πυθμένα. Χρησίμευε σαν κατοικία των ψαράδων στα ιβάρια, αλλά για πολλούς ψαράδες ήταν και η κύρια κατοικία τους. Στην περίπτωση αυτή οι πελάδες βρισκόνταν στην περιφέρεια της πόλης, ανατολικά και δυτικά. Οι περισσότερες ήταν στην Περιμετρική, στην Πρώτη Καμάρα και στην περιοχή του Ραδιοφωνικού Σταθμού.[xi] σατίλι, το: ο κουβάς[xii] μπότης, ο: πήλινη στάμνα με στενό λαιμό και ένα χερούλι. Για βούλωμα συνήθως χρησιμοποιούνταν κουκουνάρι.[xiii] σήτα, η: οικιακό σκεύος για την πρόχειρη διατήρηση τροφών και κυρίως για την προφύλαξή τους από τις επιδρομές …πεζοπόρων και ιπταμένων παρασίτων κάθε συνομοταξίας. Γνωστό και ως «φανάρι», λόγω του σχήματός του. Ο σκελετός του ήταν από λευκοσίδηρο (τσίγκο) και τα πλευρικά του τοιχώματα καλύπτονταν από λεπτό μεταλλικό πλέγμα (σήτα<σήθω = κοσκινίζω) ανάλογο με αυτό που έμπαινε στα παράθυρα για την προφύλαξη από τα κουνούπια. Συνήθως κρέμονταν από το ταβάνι.[xiv] παγονιέρα, η: οικιακό σκεύος που χρησίμευε για την ψύξη του νερού κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ήταν φτειαγμένο από χοντρά φύλλα λαμαρίνας και στο εσωτερικό του είχε δύο χώρους. Στον ένα τοποθετούνταν ένα κομμάτι παγοκολώνας, συνήθως τυλιγμένο σε λινάτσα, ενώ δίπλα βρισκόνταν το ντεπόζιτο με το νερό το οποίο διέθεται και ένα πίρο (στρόφιγγα).[xv] ΤΙΡΝΑΛ, το: φίρμα απορρυπαντικού, πρόδρομος του ΚΛΙΝ και του ROL, άπαντα …σκαφοειδούς κατευθύνσεως.,[xvi] βούτα, η: δοχείο (ντενεκές ή σατίλι) βραχυχρόνιας συγκέντρωσης περιττωμάτων (υγρών τε και στερεών) λόγω ανυπαρξίας βόθρου στο μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών της αμπολιάς. Η εκκένωση γίνονταν στο πλησιέστερο μέρος της θάλασσας και αποτελούσε διαδικασία ιδιαιτέρως επαχθή και όζουσα. Οι πελάδες πλεονεκτούσαν ως προς αυτό το σημείο δεδομένου ότι οι απόπατοι, διατομής …τηλεφωνικού θαλάμου, δια της εν τω πυθμένι οπής των, επικοινωνούσαν απ’ ευθείας με το υγρό στοιχείον συμβάλλοντες εις τον εμπλουτισμόν του …σκατοπλαγκτού. Παρεπιπτόντως αναφέρω πως την εποχή εκείνη οι εφημερίδες είχαν τη χρήση που τις δικαίωνε.[xvii] κατόλ, το: είδος εντομοαπωθητικού στερεάς μορφής σε σχήμα σπειράλ.  Ηταν τοποθετημένο σε κάποια βάση και με το άναμμά του στη μια του άκρη καίγονταν σιγά-σιγά αποδίδοντας καπνούς που έδειωχναν τα κουνούπια. Λόγω της ιδιαίτερα δυσάρεστης οσμής του θα μπορούσε να λέγεται και …σκατόλ![xviii] τσελβόλ, το: ύφασμα χαμηλής ποιότητας περιέχον τεχνητό έριο. Μεταφορικώς το κάθε τι που χαρακτηρίζεται από χαμηλή ποιότητα.[xix] ζαμπαρέλλα, η: πολύ μικρά ψάρια της λιμνοθάλασσας με δυσάρεστη οσμή, ακατάλληλα προς βρώση. Χρησιμοποιούνταν ως δόλωμα.[xx] βουστίνα, η: ο νάρκισσος, ζαμπάκι, μανουσάκι, βούστινο[xxi] γλίνα, η: αργιλλώδης λάσπη που σχηματίζεται στην επιφάνεια των σαλτσίνων μετά από βροχή ή …κατάβρεγμα. Καταβρέχοντας μία αρκετά μεγάλη επιφάνεια σαλτσίνου με θαλασσινό νερό, από την παρακείμενη Συρμή, την μετατρέπαμε σε …πίστα για πατινάζ επί …γλίνας, κάτι που συνηθίζαμε τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Όταν στα σάλτσινα εμφανίστηκαν τα πρώτα σπίτια, οι τοιούτου είδους αθλητικές μας δραστηριότητες κατέληγαν σε κυνηγητό από τους χωροφύλακες που έσπευδαν να αποκαταστήσουν την ιερότητα της κοινής ησυχίας.

[xxii] γαϊτιά, η:  το φορτίο μιας γαϊτας. Η γαϊτα είναι η χαρακτηριστική βάρκα της λιμνοθάλασσας, χωρίς καρίνα.

[xxiii] γκιγούμι, το: τενεκές

[xxiv] καρακαπέ, η : «κυρία» αμφιβόλου …κυριότητος

[xxv] σκαστούρι, το: μικρή κροτίδα τριγωνικής μορφής, το γνωστό «τρίγωνο» όπως λέγεται σε άλλες περιοχές.

[xxvi] χοές, οι: η προς τιμήν νεκρού ιεροτελεστία με έκχυση υγρού μίγματος (σπονδή)

[xxvii] ΟΣΕΛΜΑ, ο: αρχικά της Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Ελευθέρων Αλιέων Λιμνοθαλάσσης Μεσολογγίου-Αιτωλικού. Κατά την περίοδο λειτουργίας του ΟΣΕΛΜΑ οι ψαράδες που ανήκαν σ’ αυτόν δούλευαν ως υπάλληλοι με μηνιαίο μισθό, χωρισμένοι σε διάφορες ειδικότητες και υπηρεσίες. Η ημέρα καταβολής του μισθού τους έμεινε γνωστή ως «της κλαπατσούς».

[xxviii] λόγω επαγγέλματος: ο Σωλήνας ήταν κατασκευαστής φερρέτρων και διέθετε γραφείο τελετών.

[xxix] «ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ»: ομόνυμο παραδοσιακό ουζερί στο κέντρο της πόλης. Το τελευταίο προπύργιο της σχετικής παράδοσης

[xxx] Αγγελόπουλος: ομώνυμο παραδοσιακό ουζερί στον κεντρικό δρόμο της πόλης. «Έπεσε» πριν κάμποσα χρόνια με την συνταξιοδότηση του Γιώργου Αγγελόπουλου. Σήμερα λειτουργεί σαν «κάβα» και για μια πλειάδα φίλων τείνει να γίνει παράδοση η εν αυτώ αναμονή του Επιταφίου μετά ποτών και κουβέντων,

[xxxi] ΟΥΖΟ ΤΡΙΚΕΝΕ: ομώνυμη φίρμα ούζου που παρασκευάζεται στο Μεσολόγγι. «…Στο μυαλό κάθε γνήσιου και σωστού Μεσολογγίτη η λέξη ΟΥΖΟ είναι συνυφασμένη με το όνομα ΤΡΙΚΕΝΕ, όπως ακριβώς η λέξη πελάδα με την λιμνοθάλασσα, η λιμνοθάλασσα με το Μεσολόγγι, το Μεσολόγγι με την Εξοδο, η Εξοδος με την Επανάσταση, η Επανάσταση με την Ανάσταση, η Ανάσταση με τη Μεγάλη Εβδομάδα, η Μεγάλη Εβδομάδα με την κατανυκτικήν ανάλωσιν ούζου και το ουζο, εν τέλει, με τον …ΤΡΙΚΕΝΕ! Ολα δηλαδή είναι ένας κύκλος …» (Φανός, «ΔΙΑΥΛΟΣ» 4/2002)

[xxxii] ΟΥΖΟ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ: μία εξ ίσου καλή ποτοποιία που ανήκε στον αείμνηστο γείτονα και πατέρα αδερφικών μου φίλων, Πάνο Καλογεράκη. Βρίσκονταν δίπλα από το σπίτι του Ραζηκότσικα και στον ίδιο χώρο, για αρκετό διάστημα, λειτουργούσε και βιοτεχνία καθαρισμού και συσκευασίας αλατιού με την επωνυμία «ΓΑΡΔΕΝΙΑ».

[xxxiii] μπονώρα: πολύ πρωί

[xxxiv] πριτσπάτο, το : Πετάλι από χοντρό χέλι

[xxxv] καρφοδέλλα, η:  η φουρκέτα (καρφίς) για τη συγκράτηση της γυναικείας κόμμωσης.

[xxxvi] ταραντέλλα : εύθυμος ιταλικός χορός

[xxxvii] ραιβόπους, ο, η (επιθ.) ο έχων στραβά πόδια τύπου …Μποτίνου – σαν   παρένθεση ( )

[xxxviii] ξυρός -ού, ο : το ξυράφι

[xxxix] ριβανή, η : Μεσολογγίτικο παραδοσιακό γλυκό μα βασικά υλικά το λάδι, αλεύρι και ζάχαρη

[xl] φίντα, η : το μπροστινό άνοιγμα του παντελονιού, κοινώς τα «μαγαζιά»

[xli] ντρίλι, το: είδος βαμβακερού ευτελούς υφάσματος

[xlii] μπιλότα, η : μικρό «μαξιλαράκι» (μεγέθους; πορτοκαλιού) υπό τη μορφή πεπιεσμένης σφαίρας, όπου οι ράφτες και οι μοδίστρες κάρφωναν τις βελόνες και τις καρφίτσες τους.

[xliii] αντιμπρίνη, η : αντιπυρετικό φάρμακο με πολύ πικρή γεύση.

[xliv] οτ κοτύρ, η : υψηλή ραπτική (γαλλική λέξη haute coutire)

[xlv] Πούτσι, ο : Ιταλός μόδιστρος της δεκαετίας του ’70. Δεν ξέρω αν ήταν ..   «όνομα και πράμα» ή απλώς το πρώτο που ηρέσκετο στο …δεύτερο!

[xlvi] ντάπια. η: προμαχώνας

[xlvii] Μούσουρας, ο: παρωνύμιο του Νίκου Μοσχόπουλου, αιώνιου παιδιού  της αμπολιάς και της λιμνοθάλασσας που έφυγε πολύ πρόωρα, ενώ ψάρευε στις θάλασσες της Ηλείας, ως αποτέλεσμα της εγκληματικής αμέλειας ενός βραδύνοος χοντρομαλάκα με περικεφαλαία και ταχύπλοο. Ο τύπος του νεοέλληνα που αναπληρώνει με τα μπουλόνια του αυτό που δεν έχει στα παντελόνια του. Που επειδή απόκτησε μία δραχμή, εμπορευόμενος προϊόντα ή επιστήμη (ως τα μπούνια φοροκλέφτης, κατεργάρης, αλαζών και μαχαλόμαγκας), θεωρεί καθήκον του να επιδεικνύει καθημερινά τον ανύπακτο ανδρισμό του και την υπαρκτή κενότητά του σε δρόμους και θάλασσες. Φερόμενος ως μουλάρι στους δρόμους, όταν ξεπεζεύει από το τετράτροχο γαϊδούρι του, γαϊδουρεύει με το ταχύπλοό του για να περιδρομιάσει αργότερα, ευτυχισμένος στην ταβέρνα, φορώντας το λακόστ συνολάκι του, πριν ξεραθει τον ύπνο του επιτυχημένου μαλάκα στο αυθαίρετο εξοχικό του. Ο Νίκος Μοσχόπουλος, θύμα ενός τέτοιου ηλίθιου νεοέλληνα, αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που προσπαθούσε να συναντήσει τα γήϊνα όνειρά του μέσα από την αξία του «κι όχι με ξένες πλάτες». Καθηγητής σωματικής αγωγής, ποδοσφαιριστής, ψαράς, οικογενειάρχης, φίλος και αδερφός. Σε όλα πρώτος και χωρίς εκπτώσεις στις αρχές του. Συνήθιζε να με αποκαλεί «κούκλο» (κατ’ ευφημισμόν), λέξη που την ανταπέδιδα στις ανιφωνήσεις μου, και «σκύλλο», κατά …κυριολεξίαν!. Το τελευταίο προήρχετο από το γεγονός ότι όντας κατά τέσσερα χρόνια μικρότερος αυτού και του διόσκουρου φίλου του (και αδερφού μου) Ηλία, τους ακολουθούσα μονίμως (σε απόσταση πέντε μέτρων), όπου κι αν πήγαιναν. Λόγω της «χαώδους» (για την εφηβεία) διαφοράς ηλικίας αρνούνταν να με δεχθούν στην …ίδια ευθεία. Όταν τα πράγματα έβαιναν στο απροχώρητο με ξεφορτώνονταν …χρηματίζοντάς με. Για τον Μούσουρα και τον Ηλία θα παραμείνω εσαεί «σκύλλος» πιστός στη μνήμη τους.

[xlviii] Μεσολόβας, ο: παρατσούκλι ενός εκ των πρώτων ταξιτζήδων της πόλης, συγγενής του Ζαφείρη.

[xlix] πα’ καλλιά του: έφυγε

[l] αποληώρα: προηγουμένως

[li] πλισέ (ς) : ύφασμα ή ένδυμα με πυκνή πτύχωση

[lii] Βρόμας, ο : μαγαζί με σφαιριστήρια και ποδοσφαιράκια στην ψαραγορά.

[liii] ζαμπαρέλλα, η : πολύ μικρό ψάρι ακατάλληλο για βρώση. Σε κάποιες    περιπτώσεις χρησιμοποιούταν ως δόλωμα.

[liv] τάγιο, το : ξύλο

[lv] ζαλώνομαι : φορτώνομαι

[lvi] πιπίκω, η : γαρδέλι (καρδερίνα) που δεν κελαηδάει

[lvii] κενώνω : σερβίρω

[lviii] ζαλιά, η : το φόρτωμα

[lix] συλφίς -ίδος , η : νεράϊδα της γερμανικής μυθολογίας.

[lx] γράβαλος, ο : εργαλείο που έμοιαζε με πλατειά τσάπα,  εφοδιασμένο με δύο τρύπες στην μεταλλική του επιφάνεια για να περνάει το νερό, και που χρησίμευε για την ανάμειξη του ασβεστοκονιάματος ή του τσιμέντου.

[lxi] έμπλεως(ο, η):  εντελώς πλήρης

[lxii] νοβοκαϊνη, η: φάρμακο με υποτιθέμενες ενέργειες κατά του γήρατος

neon.gif

s-17.jpg

ΑΝΤΙΔΩΡΑ

…των Πλανοδίων

Στις γειτονιές πλανόδιοι

διέρχονταν με κάρα

εμπορευόμενοι το παν

εκτός από …τσιγάρα.

Το κάρο άμπωνε αργά

μ’ «είδη προικός» ο Γιάννης

κι ανήγγειλε το διάβα του

δι’ οξύαυλου …χοάνης.

Στα πιάτα και στα γυαλικά

θυμάμαι τον «Γυαλάκια»

προμηθευτή επίσημο

ως και στα …μανταλάκια.

Τα καλοκαίρια το «σουξέ»

το είχε ο παγοπώλης

αφού η δίψα εγγενώς

είναι …γυνή εξώλης!

Ακόμα και πλανόδιος

τσαγκάρης τριγυρνούσε

και λίφτινγκ επιτόπια

των παπουτσιών ποιούσε.

«Παπούτσα» φώναζε «μπαλώ»

εξ ου και τ’ όνομά του

και σόλα αθεράπευτη

δεν άφηνε μπροστά του!

Ασπρο τσεμπέρι φόραγε,

μαύρο γυαλί και γκλίτσα

με γάϊδαρο κατέβαινε

η βλάχα η Καλλίτσα.

Με λιοκαμμένο πρόσωπο

και με λευκό τσεμπέρι

η Αντρέαινα αγέλαστη

κρατούσε το πανέρι.

Σαλιγγαριών τε «έμπορος»

κι αγρίων αγγινάρων,

είδη που μεσ’ τα ουζερί

ουδείς ήτο σνομπάρων!

Στον πασατέμπο δέσποζε

του Τσάκα-τσούκα η δράση

πλανόδιο παντός καιρού

και …σαμαλίου κλάση!

Των πλανοδίων η αρχή

απάντων ο Μαρσέλος

παιδί απ’ τα «καλύτερα»

και σκούρος σαν …«Οθέλλος»

lantern04.gif

…του Κώστα Μάοτα

Οι Κονιαραίοι από δώ

πιο κει οι Μοσχοπ’λαίοι

κι ο Μάοτας τρικάταρτος

καταμεσής να πλέει…

Στην «τρίχα» κι ατσαλάκωτος

με το γαρύφαλό του

στο καλντερίμι βάδιζε

στον κόσμο τον δικό του.

Μεσολογγίτης γέννημα

και θρέμμα …Κου Κουέ,

με …κόκκινο εσταύρωνε

τους ψήφους του, ουαί!

Διακοπές δεν έκανε

σε Μύκονο ή Πάρο,

απ’ το Σαράντα και μετά

του «έκλειναν» στη …Γυάρο!

lantern04.gif

…του Χρήστου Καββάγια

Όταν μιλώ για Αϊ-Συμιό

για Έξοδο και βάγια,

ο νους μου πάει μόνος του

στο Χρήστο τον Καββάγια.

Ψηλός, βαρύς κι ασήκωτος

μέσα στον ντουλαμά του

στο Πανηγύρι έγραψε

χρυσό το όνομά του!

Εχόρευε ανάλαφρα

στων τσαρουχιών τον μύτο,

άλλος στον αϊ-συμιώτικο

πλέον αυτού δεν ήτο!

lantern04.gif

…των Οσμών

Η μυρωδιά της αγοράς

ψαρίλα η πατρώα

εγράφη ανεξίτηλα

στης μνήμης τα μητρώα!

Το κοκορέτσι πού ‘ψηνε

το δείλι ο Λευκαδίτης

οσφρήσεως εσπερινός

στα άδυτα της μύτης!

Η τσίκνα απ’ το ψήσιμο

χελιών τε και τσιπούρας

κι απ’ το τηγάνισμα χοβιών

στα όρια …μαστούρας!

Βουστίνες και γαρδένιες,

ευκάλυπτοι, αρμυρίκια,

βασιλικός κι αγιόκλημα,

ιώδιο και φύκια!

Ιδού οι θείες ευωδιές

της αμπολιάς η προίκα

κι ο νόστος άλγος ευαγές

αν θυμηθείς τον …Μπλίκα!

lantern04.gif

…των Γιγάντων

Ολόϊδιος …Βαράσοβα[i]

με το ποδήλατό της,

ερχόνταν εκ του λιμανιού

ο Χρήστος Τσιριγώτης

Με γίγαντα του Γκιούλιβερ

έμοιαζ’ ο Πάνος Βήλιος

καλόκαρδος σαν άνοιξη

και γελαστός σαν ήλιος.

lantern04.gif

…του Καπετάν-Χωνάρα

new-12.jpg

Μορφή «μεγάλη» των Βαγιών

ο καπετάν-Χωνάρας

που ήκμασε στα νειάτα του

εκείθεν της καμάρας.

Το παρατσούκλι τού ‘βγαλε

ο καπετάν …Κατσκάρδας

γιατί καβάτσες ήσθιεν

μετά πολλής …πουστάρδας!

Ως καπετάνιος του βουνού

και Τριχωνίας πάσης

ήταν της άμυνας, παρά

της εμπροσθίας τάσης

Στις παραδόσεις κράταγε

ανέκαθεν το «ίσο»

κι απ’ τη Μεγάλη Έξοδο

εκράτησε το … «πίσω»

Αγέρωχος και λυγερός

κι ως έδει οστεώδης…

μάξι η φουστανέλα του

και ελαφρώς …φουρώδης!

Γιαννώτικα τα άρματα

(ποιού καπετάνιου τάχα;)

ή μήπως του τα χάρισε

νταβραντισμένη βλάχα;

Γιατί, ωϊμέ, τ’ αγλάϊσμα

της πρώτης μας καμάρας

με τα κουστέκια τα βαριά

προέκυψεν …χωνάρας;

Μήπως τη φουστανέλα του

την έρραψε ο Μπρίκης;

ή μήπως την  μαγάρισε

ψολιόγκος επιμήκης;

Τάχα να πταίει ο ντουλαμάς;

ή πταίουν τα κουμπούρια;

μάλλον θα πταίει το καλτσόν

με τα πολλά κουσούρια!

Τώρα την άδεια του στολή

ποιος άρα θα φοράει…

ο κλήρος πέφτει στον Ψαθά

τα πόστα να φυλάει!

lantern04.gif

…των Λώλου και Τιτήρα

Το δίδυμο της «συμφοράς»,

ο Λώλος κι ο Τιτήρας

σε ρόλο άκμωνος ο μέν

κι ο έτερος της σφύρας.

Ο Λώλος καλοκάγαθος

σαν «Κάραλης»[ii] ζητούσε

το πείραγμα του φίλου του

και ύστερα γελούσε.

«Θυμάσαι Λώλο», άρχιζε

την πλάκα ο Τιτήρας,

«τι σούκανα πάνω στο βνο,

γιορτή τ’ς Αγιά Σωτήρας;»

Μετά ο Λώλος ρώταγε

για ποίο «βνό» μιλούσε,

σταμάταγε τη βόλτα του

και τρανταχτά γελούσε!

lantern04.gif

…του Σωλήνα

new-14.jpg

Παν μέτρο είναι …άριστον,

μα του Σωλήνα …χείρον

γιατί σε θέλει «ανάσκελα»

με δύο μέτρα …κλήρον!

Στη γη εστάλη προφανώς

τα «μέτρα» να μας παίρνει

και μ’ οβολό τον γέλωτα

στον …Άδη να μας στέλνει.

Αν είχε τις σε συλλογή

τις του Σωλήνα ρήσεις

σε …«πάνες» θα κατέληγε

απ’ τις συχνές …ουρήσεις!

Στου Μαλαβέτα απέναντι

είχε το μαγαζί του

κι από παιδιού ελάχιστα

απείχε η ψυχή του.

Χιούμορ κι αφέλεια μαζί

ως οίνος κεκραμένος,

μαζί του ο Παράδεισος

θ’ αλλάξει, ορισμένως!

Εκ δεξιών θα κάθεται,

θαρρώ, τ΄Αριστοφάνη

και τις ψυχές περίπατο

«τύπου Βαγιών»[iii] θα βγάνει!

lantern04.gif

…του κ. τέως Νομάρχου

o8-antidora_3.jpg

«Μείζων» μορφή της εποχής

ο Γιώργος Γοργορίνης

«τέως Νομάρχης», εκπεσών

μετά πολλής οδύνης.

Είχε κι αυτός «ελάττωμα»

ανάλογο του Μπρίκη

κι εσύρθη ένεκεν αυτού

στην «περί κώλου» δίκη[iv].

Μέντωρ του Πριτσαπίδουλα

και των Τσερλαίων γείτων,

στο μένος κατά Βούλγαρη[v]

ήταν … Αριστογείτων.

Είχε πολλές «Αχίλλειες»

ο μακαρίτης «πτέρνες»

κι η λάσπη που κολύμπαγε

θα χρειαζόνταν στέρνες.

Τουλάχιστον ένα καλό

το είχε κατά κόρον

το …πυγηδόν[vi] θεράπευε

εις τον «οικείον» χώρον.

Είχε ακόμα ένα νταλκά,

νταλκά έως θανάτου,

το Μεσολόγγι το παλιό

του Χρήστου Ευαγγελάτου.

Έφυγε και δεν μπόρεσε

ξανά να πάρει «θώκο»,

«τέως» θνητός και μπήκανε

στα όνειρά του μπλόκο!

lantern04.gif

…της Ζαλώναινας

Παράπλευρα του Πριονά

η Βιργινία ζούσε

που γάτες εν τω οίκω της

απείρους συντηρούσε.

Η έρμη η Ζαλώναινα

γαλών προστάτης ούσα

σαν γάτα έφυγε κρυφά

απ’ τη ζωή απούσα…

lantern04.gif

…του Αποστόλη Φύκα

Δεν ξέρω ο Απόστολος

για ποιόν καημό μεθούσε

και ούτε για ποια χίμαιρα

τη ζήση του χαλούσε.

Στη γειτονιά τον έβλεπα

μονίμως σουρωμένο

και σε χαντάκι ένα πρωί

τον βρήκαν πεθαμένο…

lantern04.gif

…της Ποντίκως

Τα πεπτικά απόβλητα

καθάριζε η Ποντίκω

πριγκίπισσα εξ ορισμού

στου «κατρουλιού τον οίκο».

Σε εποχές δυσκοίλιες

δυσκοίλια κι η τσέπη

και παξιμάδι το …σκατό

να κάνει ο κόσμος ρέπει.

Δεκάρες, φραγκο-δίφραγκα

το μεροκάματό της,

η ούρηση …αχρέωτη

μα το «χοντρό» …δικό της!

Είχε κι αυτή …αμέριστη

την απονιά του κόσμου

κι ελπίζω πια να μας θωρεί

από σκηνής ευόσμου…

lantern04.gif

…των Ζαχαροπλαστών

Πρώτος τη τάξει εις τα κωκ

αεί ο Φερμεντίτης,

γαλακτομπούρεκων ο μαιτρ,

της γεύσεως …στυλίτης!

Στην πάστα και τον λουκουμά

πάντων αρχή …Βαζούρας,

κυρίως στέκι μαθητών

μετά πολλής βαβούρας!

Πιο «κυριλέ» και παρακεί

το του Παπαγεωργάκη,

μαγκούρα και παράδοση

κι αφάν γκατέ λιγάκι!

lantern04.gif

…του Σούρθαν

Στέκι στην Άνω Αγορά

είχε ο Πάνος Σούρθαν

που τα παιδιά τον ρώταγαν

«τα λογικά αν του ‘ρθαν»

Ο Πάνος, καθώς  μού ‘λεγε

ο Γαλανής ο Σταύρος,

εργάζονταν στα κτήματα

από μικρός σαν μαύρος.

Δεν είχε με τα χρήματα

ιδιαιτέρας σχέσεις

και αντί χρημάτων λάμβανε

μονάχα υποσχέσεις.

Όταν ο Πάνος ξύπνησε

και ήγειρε αξιώσεις

αντί χρημάτων έλαβε

εντέρων εκκενώσεις.

Χωρίς δουλειά και άφραγκος

πετάχτηκε στο δρόμο

και έκτοτε τριγύριζε

μ’ ένα ραβδί στον ώμο.

Κοντός, σπανός, ρακένδυτος,

σαν ίσκιος περπατούσε

και για παιγνίδι στα παιδιά

χατίρι δεν χαλούσε.

Κρατούσαμε τη ράβδο του

κι αυτός χοροπηδούσε

μικρές χαρές απλόχερα

ο Σούρθαν μας κερνούσε.

Την ώρα προσδιόριζε

σαν ακριβό ρολόϊ

και γένια ο Πάνος έβγαλε

πριν μπει κάτω απ’ τη χλόη.

lantern04.gif

…του Νιόνιου Κουτσονίκα

Κοντά στα ξημερώματα

ντουέτο με Κουμπάκη

εξύπναγε την σύζυγο

κι απέναντι τον …Μάκη!

Θυμάμαι τις καντάδες του

κι ιδίως το Μινόρε

τραγούδαγαν για την ψυχή

και όχι για ονόρε!

Σιδηρικά και χρώματα

ο Νιόνιος επωλούσε

μα το τραγούδι αποβραδύς

στα …«σέστα»[vii] τον κρατούσε.

Στα Χερουβείμ εντάχθηκε

από καιρό ο Νιόνιος,

να σιγοντάρει τις ψυχές

που πήρε ο «Αιώνιος»!

lantern04.gif


…του Αχτένιστου


new-16.jpg


Αν πεις «Πολυδωρόπουλος»,

σαν όνομα τι λέει,

λίγοι θα ξέρουν να σου πουν

τα της ταβέρνας κλέη!


Ρώτα για «Τσάκνα» να τον βρεις

ή ρώτα για τον «Κούνια»,

«Αχτένιστο» κι «Αξάντλιαγο»…

τον ξέρουνε μιλιούνια!


Ταυτόσημος με το κρασί

και της ρετσίνας μύστης

εξ ης μετάλαβα κι εγώ

και είμαι εισέτι …χρήστης!


Εκεί με στέλναν για κρασί

ή για να βρω τον Στάθη

τον μπάρμπα μου π’ ουδέποτε

με ύδωρ …εφωράθη!


Εκεί συχνά κι ο Πάτσουλας

και άλλοι Μαρουλαίοι

ψαράδες αναμάρτητοι

και της ζωής ωραίοι.

lantern04.gif

…του Πεπόνια

Μινχάουζεν της αμπολιάς

ο Φίλιππας Χασιώτης,

του Μπόνα πρωτομάστορας,

του γέλιου αιμοδότης!


Βαφτισιμιός του δήμαρχου

Χρήστου Ευαγγελάτου

κι εξ αγχιστείας ξάδερφος

«ΦΑΝΟΥ» …τρισκαταράτου!


Πεπόνιας το ψευδώνυμο

μεθ’ου δοξολογείται

και είναι χάρμα ακοής

οσάκις διηγείται.


Ευφάνταστος και γλαφυρός

μίμος τε και …ξομπλιάστρα

έφερνε πάντα δίπλα μας

τον ουρανό με τ’ άστρα.


Ανέκαθεν στον Φίλιππα

ευρίσκανε απάγκιο

τα τέκνα όλα του Θεού

όπου δεν είχαν άγιο…


Με την αφρίνα[viii] της ψυχής

του Πάκια τα κεράσματα,

μέντορα και προξενητή

του Νίκου του Ξεράσματα.


Ο Κόνιαρης σαν πέθανε,

οι δυό τον ξαγρυπνούσαν

και πέριξ του «σκηνώματος»

εν στεναγμοίς πενθούσαν.


Θρηνούσε κι ο Ξεράσματας

που έκλαιγε σαν …τσούπα…

«Μην πεις κυρ-Σπύρου μου πθινά

του μυστικό που χιού ‘πα»…


Ο Φίλιππας ξοπίσω του

ψελλίζει «θα του που»

κι ο Νίκος να οδύρεται

ενώπιον της σωρού!


«Όχι, κυρ-Σπύρου μ’ μη του πεις»

κι ο Πάκιας …«θα του που»,

ως ότου εξημέρωσε

και θάψαν’ τον παππού!

lantern04.gif


…του Ηλία Κότσαρη


Ο Κότσαρης γραδάριζε

τους μούστους και το κόμμα,

τους πρώτους μεν βελτίωσε

το δεύτερο …ακόμα!


Αντί κρασιού τον κέρασε

η πολιτεία …ξίδι

αφού συχνά τον έστειλε

με το στανιό «ταξίδι»!


Με δάκρυα επότισε

κι ο Λίας το Αιγαίο

γιατί τον κόσμο ήθελε

να κάνει πιο ωραίο…


Καβάλα στο ποδήλατο,

«θερβαντικός» ιππότης

φιγούρα αναλλοίωτη

της αμπολιάς μου νιότης.

lantern04.gif


…των Aχθοφόρων

Αγόγγυστα κουβάλαγε

το άχθος της ζωής

με κάρο και χαμόγελο

ο Τάσος Κοντονής.


Συνάδελφό του εν αυτώ

είχε τον Γιάννη Πούτσα,

που πήγαινε αμπώχνοντας

τη ζήση κούτσα-κούτσα.


Τα είχε «δέκα τέσσερα»

κι ας τού’λειπε το ένα…

ο Χρήστος με το κάρο του

της βιοπάλης γέννα!

lantern04.gif


…του Τσίτσκα


Τον Χρήστο φανταζόμουνα

μαέστρο στα Μπολσόϊ

την εποχή που ήτανε

και δαύτα από …σόϊ!


Την μουσική στο αίμα του

την είχε ως τα μπούνια,

εξ ουρανού το τάλαντο

τον χτύπησε στην κούνια!


Το βασικό του όργανο;

η κλασσική …τσατσάρα,

ντυμένη με χρυσόχαρτο

πακέτου από τσιγάρα!


Μονίμως ατσαλάκωτος

κι αεί γραβατωμένος

στον χρόνο αναλλοίωτος

κι ημών πεφιλημένος!


Μασκώτ της φιλαρμονικής,

μαϊστωρ στην …γκραν-κάσα,

στο πείραγμα εδέχετο

την ντρίμπλα και την πάσα!

lantern04.gif


…των Kινηματογράφων

pf_1233060marilyn-monroe-posters.jpg


Παράθυρο στα όνειρα

τα λίγα σινεμά

του Πάλμου, του Ζαβέρδα,

τ’ Αλεξανδρή, μετά.


Τις Κυριακές το σινεάκ

με Ντάγκλας ή με Φλύν

τα βράδυα ο «Λεμμυ Κώσιον»[ix]

με Έντυ Κωνσταντίν.


Οι μάλλον «άσεμνες» σκηνές,

ήγουν …βυζιά και μπούτια,

κοβόντανε αναφανδόν

με χίλια μπαλαμούτια[x]!


Για μαθητές το σινεμά

ήταν «καρπός της γνώσης»,

τον γεύονταν με κίνδυνο

τις σχολικές…κυρώσεις!


Μαγεία και Παράδεισος

τα θερινά Σινέ

εκτός κι αν λεία έπεφτες

σε κώνωπα …μπινέ!


Η βάβα Μαντολέταινα

δεν άντεχε στο δράμα

κι εκ του Ζαβέρδα έβγαινε

πατούρα μεσ’ το κλάμα!


Κατόπιν στο κατώφλι της

καθόνταν στο σκαμνί

κι ανέλυε τα δρώμενα

με γνώμονα το …μνι!

lantern04.gif


…της Α.Ε.Μ.


Το γήπεδο τις Κυριακές

ήταν θεσμός στην πόλη,

συν γυναιξί αρμένιζαν

μέσω σαλτσίνων, όλοι.


Ροβόλαγε και ο Λιανός

κρατώντας μαξιλάρι

και η «Γεωργία» που ‘θελε

τους παίχτες να …κιαλάρει[xi]!


Η πιο μεγάλη …Ενωση

μετά απ’ τον …Ο.Σ.Ε.Λ.Μ.Α.

ήταν η Α.Ε.Μ.[xii] του φουτμπόλ

καϋμός μαζί και τέλμα!


Μονίμως ένα όνειρο:

η εθνική η βήτα…

εφ’ άπαξ μπήκαμε εκεί

και μας κλωτσήσαν’, είτα!


Στο Εθνικό μας Στάδιο

σε χλόη από …γαρμπίλι

με μπάλα εβολόδερναν

του Κοντονή οι φίλοι!


Τ’ αρχαίο πνεύμα σούμπιτο

μετείχε στους αγώνες

κι όταν τέλειωνε το ματς

μιλούσαν οι …κοτρώνες!


Ήταν ολκής οι παίχτες μας,

με τάλαντο …οκάδες …

μόνο δυο τρεις «προαγωγοί»

κι οι πιο πολλοί ψαράδες!


Γκούβας, Σικόλας,Κοντονής

Μουζόπουλος, Κρεμμύδας,

Γαλέζος και Μοσχόπουλος

Αμούργης και Γαλίδας!


Και στα γκολπόστ ο «Κέρβερος»

Μάκης  Σακεριανός…

π’ ουδέποτε στα δίχτυα του

υπήρξεν …αδειανός.


Τα «τέρμα» του το πέρναγε

θαρρώ για …σταφνοκάρι[xiii]

και με …κασέλα πήγαινε

τις μπάλες στο …παζάρι.


«Άστο, δικό μου» έλεγε

στο σέντερ-μπακ, συνήθως

κι η μπάλα τον ξεγέλαγε

χωρίς να έχει ήθος!


Ένα το ντέρμπυ της χρονιάς:

η Α.Ε.Μ. με τον Άρη,

τ’ Αντέλκου το αγλάϊσμα,

του Λιακατά η χάρη.


Και η κερκίδα σύσσωμη

εκραύγαζε «Νης-Νης»,

όταν τη μπάλα έπαιρνε

ο Νιόνιος Κοντονής.


Πιο δίπλα οι κολέγηδες[xiv]

φωνάζαν «Άρες – Άρες»

και ο Ζαφείρης εν θερμώ:

«μαρές, είστε …χωνάρες»!

Κι αν τύχαινε διαιτητής

να είν’ η «Αντωνία»,

το ματς ήταν απόλαυση

του γέλιου αιωνία!


Ο κατά κόσμον «Αλβανός»,

στην πιάτσα … «Αντωνία»,

ανήκε ως διαιτητής

στο γένος …τριχωνία!

lantern04.gif


…της Μπαμπάναινας

Το πιο επώνυμο …«σατώ»[xv]

ως του Μακρή τη Γύρα

ήταν ο «Μπαμπανέϊκος»

με έμβλημα την …σφύρα!


Με οίνο της Μπαμπάναινας,

ήταν γνωστόν τοις πάσι,

πως διάβαινες «απέναντι»

χωρίς καμμία …στάση!


Κρασί εντόνως τοπικό

εκ σταφυλής «γκορτσάνο»[xvi]

μετά τη σούρα πέρναγε

για γαλλικό και άνω!


Ενίοτε πετύχαινε

η δόση στο θειώδες,

ουρώντας δε και η γιαγιά,

λογίζονταν …αφρώδες!


Ο μούστος έβραζε καλώς

εν μέσω των καυγάδων

και είχε πάντα το «εσάνς»

καλτσών τε και μπουγάδων!

lantern04.gif

…των Παρωνυμίων


Των επωνύμων η ηχώ

παράφωνα ηχούσε…

χωρίς το παρατσούκλι του

κανείς δεν περπατούσε!


Τα πιο πολλά επίθετα,

άγνωστα σαν τους δρόμους…

γνωστά για το …«φακέλωμα»

και για τους ταχυδρόμους…


Τα παρατσούκλια εν πολλοίς,

έχουν υφή …ιξώδη,

κολλούν σαν αυτοκόλλητα

κι ιδίως τα …χυμώδη!


Άμα κολλήσουν για καλά,

μετά …αυτονομούνται,

στο Ντι-Εν-Έϊ χώνονται

και στο πετσί φορούνται!


Πέος, Πατσάρας, Φρικασές

Κατσκάρδας, Νάπας, Μίδας,

Παπλωματάς, Ξεράσματας

και Κώλος της Ελπίδας!


Μπικιόνας, Σμπρίλιος, Μπούλαλης

Πασίχαρος, Λαψάνας,

Γαλέζος, Παπαβάγγελος

Γκαβόγιαννος, Παπάνας.


Εξηντατρίχης, Μάοτας,

Μασώνος, Καστανιόλας

Πούπος,  Πεπόνιας, Διάολος

Μανέστρας και Μπριόλας.


Μπρίκης, Ζαζάς και Λαγκουβάς

Πατόγαλος, Γλαρόνας,

κοκκινοτρίχης δέσποτας

νέας φουρνιάς …Κιτσώνας!


Κωλοτρυπίδης, Μπιμπελός,

Σκατάς, Σκατέας, Σκώτιας,

Καλμόλ, Προγκρές και Γάϊδαρος

Μερικεκές και Μπότιας.


Θεός, Γατζάος, Βαραβάς,

Παπάρας, Πλουπ, Ζεπάτος,

Κερχανατζής, Αχτένιστος,

Καράμπελας και Πάτος.


Αλήτης, Μπούφος, Παγαγάμ

Ζαμπούγλας, Κλης, Χνιστέλας,

Μπαζίνας, Αξανάσαστος,

Μπαγόρδας, Καραμέλλας.


Ευλογημένος, Πατρινός,

Παγούρας, Γαγκ, Χειμώνας,

Τσιριτιτρός, Σαλίγκαρος,

Πατάκας και Ραμόνας.


Τσιρίμπας, Ζάμπας, Κούνελος,

Κύπρος, Κινές, Κατρίλας,

Κοκάνιας, Βρόμας, Κάβουρας,

Κουράδας και Γκαρίλας.


Γύφτσας, Μπατίρης, Έρωτας,

Μπαντίδος, Τριτσιμπίδας,

Κρυόκωλος, Αξάντλιαγος,

Κουγιούφας, Κακατσίδας.


Μούλος, Κολέλας, Κόπανος,

Κλάματας και Καρνάρας

Νίνος, Τσιμπούκας, Κόνιαρης,

Μασώνος και Γουρνάρας.


Μπόγιαλος, Μούτρας, Καπελάς,

Μανέστρας και Μανάτσας,

Μάτσκας, Αχτένιστος, Μερές,

Κοτσώρος και Ταράτσας.


Μούσουρας, Κάρης και Χωβιός,

Χαλκούνας, Αραπάκιας,

Ροκάνας, Λίγδας, Μπάρκουλης,

Μέγκορας, Ραπανάκιας.


Γυαλάκιας, Τσίκνας, Αμαξάς,

Ζαχάνας, Καναρίνιας.

Τσέρλας, Σπαγέτος και Μουσκιός,

Καμήλος, Τσιμτσιρίνιας.


Μουτρούσω, Μαντολέταινα,

Μπαμπάναινα, Μποράκω,

Μακαρονού, Ζαλώναινα,

Παντώναινα, Καπάκω.


Κι εγώ που, φευ, δεν ήθελα

να έχω παραγκώμι

το κόλλησα μονάχος μου

κι είμαι «ΦΑΝΟΣ», ακόμη!


lantern04.gif


…των Ψυχών

Των σαλτσινίσων οι ψυχές

στον ουρανό σαν πάνε

χέλι και ούζο Τρικενέ

το πρώτο που ζητάνε!

Αν πέσουν σε Αρχάγγελο

ξενέρωτο και …φούλη[xvii]

του λένε «άσε, αδερφέ

πάμε στον …Βέϊζεβούλη»!

Διαλέγουν απ’ την Κόλαση

τις πιο καλές …κυράδες

και πάνε στον Παράδεισο

παρέα με ζουρνάδες!

Κρασί ζητάνε για σπονδές…

κι αντί «σταριού», τραγούδι

και γίνονται ανάλαφρες

σαν βρίσκουνε …ρεφούδι[xviii]!

Των σαλτσινίσων οι ψυχές

δεν πάνε παραπέρα…

θαλασσοπούλια γίνονται

σε ιβαρίσια ξέρα…

Βγαίνουν τα Ψυχοσάββατα

στην αγορά σεργιάνι,

και στου Θωμά το μαγαζί

ν’ ακούσουνε Τσιτσάνη!

Των σαλτσινίσων οι ψυχές

μ’ όλους εμάς τα πίνουν,

μα λίγο πριν το χάραμα

μονάχους  μας αφήνουν…


lantern04.gif

neon.gif

new-17.jpg

Λιμνοθαλάσσης ένεκεν

και νόμων αμπολιάς

στα σάλτσινα δεν πάταγε

κανένας καρτσαπλιάς[xix].

Τα σάλτσινα και η Συρμή,

λιμάνι και Τουρλίδα,

η θάλασσα και η σιγή…

άλλη φυγή «ουκ οίδα»!

Στεφάνι από ποδήλατο

και μία μαγκλιβέρα[xx],

λαθρεπιβάτες της ζωής

ξωμότες απ’ τη μέρα.

Τα ίχνη των πελμάτων μας

μ’ αλάτι χαραγμένα

ζωγράφισαν στα σάλτσινα

στιγμές απ’ τον καθένα.

Γιατί ανήκαν σ’ όλους μας

τα σάλτσινα κι η πόλη,

η αμπολιά ο πλούτος μας

και η χαρά μας όλη.

Και κει που ενομίζαμε

πως όλα ήταν δικά μας

οικόπεδα κι οικοδομές

εφύτρωσαν μπροστά μας!

Το πρώτο που ξεφύτρωσε,

θυμάμαι ασφαλώς,

του Πασχαλή το οίκημα

στη μέση σαν …φαλλός!

Στην αμπολιά το είδαμε

ως  ιεροσυλία

κι ο ασελγής στο έλεος

δεν είχε ασυλία.

Σούρουπο,  και του δέναμε

το ρόπτρο[xxi] με τονιά[xxii]

και στο «ψητό» τον παίρναμε

κρυμμένοι στα «βουνά»[xxiii].

Τα μεσημέρια κάναμε

στη γλίνα πατινάζ

κι ανέβαινε στο έπακρο

της όχλησης το γκαζ!

Σιγά – σιγά τα σάλτσινα

σαν μπακλαβάς κοπήκαν

συλήθηκαν, πουλήθηκαν,

εχτίστηκαν, χαθήκαν…

Ποτέ μου δεν κατάλαβα

και δεν το ξέρω ακόμα

πως «τίτλοι» βγαίνουν στα νερά

σαν θάβονται με χώμα!

Δεν ξέρω πως ξεφύτρωσαν

ιδιοκτήτες χύμα

όπου η φύση όριζε

αφεντικό το …κύμα!

Φαγάνες ήρθανε μετά

πίγες και βυθοκόροι

δήμαρχοι παρασάνταλα[xxiv]

κι άλλοι λιμοκοντόροι!

Εάλω η πόλη σούμπιτη

εκ των πολλών ρουφιάνων

κι η θάλασσα μολώθηκε

προς χάρη των «φαγάνων»

Κατέφθασαν μπολιάρηδες[xxv]

πρεντζόβλαχοι και άλλοι

που τις δικές μας χίμμαιρες

εκάναν …σερβιτσάλι[xxvi]!

Μια πόλη χτίστηκε ευθύς

στην αμπολιά επάνω

με πρότυπο αισθητικής,

τα Σούρμενα και …άνω!

Κι αν θέσω το ερώτημα:

ω! φίλτατοι τις πταίει;

Σαφώς, ούτε ο Φουφουτος

ούτε και οι γυφταίοι!

Στην πόλη των Τρικούπηδων,

είναι γνωστόν τοις πάσι,

πως επιπλεύσαν οι φελλοί

και ήρξαν οι Ρεπάσοι …

Πρωθυπουργούς στο παρελθόν

βγάλαμε πέντε, λέει,

«ψολιόγκους»[xxvii] τώρα βγάζουμε

κι …ευνουχισμένα πέη !

Σαβούρες των κομμάτων τους,

μάγκες στο …μαχαλά τους,

που έχουσιν εκ γενετής

χεσμένη τη φωλιά τους !

Γι αυτό και μας καπέλωσαν

οι φούληδες[xxviii] αγρίως

και ήδη μας  ενέχωσαν

«Νομάρχη» και …ορθίως !

Εμείς  ναρκισσιζόμενοι

την χείρα δεν κουνάμε

μισοδρομώντας βαίνουμε

κι από αλάπα[xxix] σκάμε!

Περί πολλών τυρβάζουμε

μετ’ …α-φιλοκαλλίας

και ναυαγεί η σκέψη μας

στον πάτο της …κοιλίας!

Τουτέστιν εξεμείναμε

γυμνοί, ξεβρακωμένοι

με ανικάνους δήμαρχους

και τη χολή πρησμένη.

Ξένοι εμείς στην πόλη μας

σκιές σε ξένους δρόμους

με αναμνήσεις συντροφιά

σε Διονύσου κώμους[xxx].

Βάλε ένα ούζο Άγγελε

στον Τσίρκα άλλο ένα

τον Αντωνάτο κέρασε…

και όλα αναστημένα!

Χαίρε ω! Κώστα Παλαμά,

Χαίρε ω! Μαλακάση,

Χαίρε χαμένη Πλώσταινα[xxxi]

Του νου εικονοστάσι!

lantern04.gif

neon.gif

04-prologos.jpg

[i] Βαράσοβα, η: βουνό ανατολικά του Μεσολογγίου του οποίου ο όγκος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της θέας της ανατολικής λιμνοθάλασσας.[ii]Κάραλης, ο : Παλιός τύπος του προπολεμικού Μεσολογγιού που    επιζητούσε το πείραγμα των άλλων. Χαρακτηριστική ήταν η φράση «…πάει γυρεύοντας σαν το Καραλ’»[iii] «τύπου Βαγιών»: φράση του Σωλήνα (Χρήστος Κότσαρης) με την οποία προσπαθούσε να εξηγήσει σε πελάτη του την ταχύτητα κίνησης της νεκροφόρας, παρομοιάζοντας την αργή κίνησή της με τον αντίστοιχο αργό βηματισμό της πομπής των Βαϊων.[iv] «περί κώλου» δίκη: γνωστή και ως «δίκη περι-οπής» ήτις ετροφοδότησε επί μακρόν με υλικό όλα τα μεσολογγίτικα «ξόμπλια» της εποχής εκείνης, ενέπνευσε δε εις τον «ΦΑΝΟΝ» την συγγραφή του (ντρ)έπους «ΠΡΩΚΤΟΝΙΑΣ» (1969). Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές (Ληγούρας), ο ανταγωνισμός και οι προσωπικές αντιζηλίες μεταξύ των Σαλμά και Γοργορίνη, ιδιοκτητών δύο τοπικών φύλλων, «ΕΘΝΙΚΗ ΗΧΩ» και «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ» αντιστοίχως, οδήγησε τον πρώτον εις το να ενάγει τον δεύτερον με την κατηγορία της «αποπλανήσεως των νέων». Βεβαίως η ηθική υπόσταση αμφοτέρων, από κάθε σκοπιά, ήτο «τύπου τριχωνία», αν και ο πτωχός κυρ-Γιώργος, που ήτανε και …τέως Νομάρχης, δεν ήταν περισσότερο «διάτρητος» του κατηγόρου του. Η δίκη εγένετο και «…η αθώωσις εβρόντηξεν υπό μορφήν κροτίδος, διατί πολλά ηκπύσθησαν περί κ—τρυπίδος!», ως αναφέρεται και στην «Πρωκτονιάδα».[v] Βούλγαρης: ο επί χούντας ανίερος δήμαρχος της Ιεράς μας Πόλης, που αντικατέστησε τον τότε εκλεγμένο δήμαρχο Χ. Μπασαγιάννη. Τον έχασε (ευτυχώς) η παιδεία και τον φορτώθηκε η …δοτή αυτοδιοίκηση. Κατάφερε, μέσα σε λίγα χρόνια, να καταστρέψει …ιδανικά το Μεσολόγγι. Και βέβαια όχι εκ … παραδρομής. Ήταν αρκετά μπολιάρης για να μην το έκανε εκ λάθους. Το έγκλημά του δεν ήταν στιγμιαίο αλλά …προπατορικό. Σε άλλες εποχές και σε άλλους τόπους ή θα είχε οβελισθεί ή θα είχε εξοβελισθεί. Αντ’ αυτού και αντί να ριφθεί (κατά το ποίημα του Ελύτη) «επί ασπαλάθων», έπεσε στα μαλακά επί …«αλάπας». Η αλάπα που σκέπασε τη μνήμη σε βαθμό που ο αγκυλωτός σταυρός, με τις αμβλυνθείσες πλέον γωνίες του, να  θέλει να περνάει για …φωτοστέφανο! Ο Γοργορίνης, για δικούς του προσωπικούς λόγους, και όχι από καμμία κεκτημένη δημοκρατικότητα, έβαλε με άρθρα του κατά του ανήνορος εγκαθέτου ενώ φιλοξένησε στην εφημερίδα του «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ» (1971) τα τέσσερα κομμάτια που απαρτίζουν την «ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΙΑΔΑ».[vi] πυγηδόν : επίρρ., κώλο με κώλο[vii] σέστα, τα : στα σωστά[viii] αφρίνα, η : καθαρό αλάτι από την επιφάνεια των τηγανιών των αλυκών[ix] Λέμμυ Κώσιον : μυθιστορηματικός ήρωας, πράκτορας του FBI, του αμερικανού συγγραφέα Πήτερ Τσένεϋ, που κινηματογραφικά τον ενσάρκωνε ο Έντυ Κωνσταντίν. Ο Εντυ Κωνσταντίν ήταν αμερικάνος με ρώσσικη καταγωγή και έκανε καριέρα στη Γαλλία, ήταν δε και εξαιρετικός τραγουδιστής. Στη δεκαετία του 1960 είχε πολλούς θαυμαστές στο Μεσολόγγι, όπως και σ’όλο τον κόσμο. [x] μπαλαμούτι, το : κόλπο[xi] κιαλάρω : παρατηρώ με ενδιαφέρον, ιδίως ερωτικό[xii] Α.Ε.Μ., η:  Αθλητική Ένωση Μεσολογγίου[xiii] σταφνοκάρι, το: εργαλείο ψαρέματος (δίχτυ στερεωμένο σε ξύλινο σκελετό) που προσαρμόζονταν στο πριάρι

[xiv] κολλέγηδες, οι : οι Αιτωλικιώτες

[xv] σατώ, το : γαλλικός όρος για κρασιά ποιότητας που προέρχονται από επώνυμα κτήματα μέσα στα οποία ευρίσκεται απαραιτήτως ένα αρχοντικό.

[xvi] γκορτσάνο, το : τοπική ποικιλία κρασοστάφυλου για την παραγωγή λευκού κρασιού, όχι ιδιαιτέρων αξιώσεων

[xvii] φούλης, ο: ο Αγρινιώτης

[xviii] ρεφούδι, το: Το ένα από τα δύο μέρη του αυγοτάραχου

[xix] καρτσαπλιάς, ο: άξεστος, κουραδόβλαχος

[xx] μαγκλιβέρα, η: μακρύ και χοντρό σύρμα με κεκαμένο το ένα άκρο του σε σχήμα «U». Χρησίμευε για την «κύλιση» ενός στεφανιού από ρόδα ποδηλάτου (χωρίς ακτίνες). Το ίδιο παιγνίδι παίζονταν και αλλού, ονομαζόμενο «τσέρκι», το δε κυλιόμενο στεφάνι προέρχονταν συνήθως από βαρέλι.

[xxi] ρόπτρο, το: χτυπητήρι πόρτας (επίσπαστρον θύρας)

[xxii] τονιά, η: πετονιά

[xxiii] «βουνά», τα: χαμηλά αναχώματα που δημιουργήθηκαν εκατέρωθεν της Συρμής κατά την διάνοιξή της.

[xxiv] παρασάνταλο, το: ξεχαρβαλωμένος, ετοιμόρροπος. Στο κείμενο η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικώς για να δώσει έμφαση στην ανικανότητα που πολλές φορές συνδυάζεται και με το στοιχείο της ηθικής κατάπτωσης.

[xxv] μπολιάρης, ο: ο κουτοπόνηρος, ο απατεώνας (και παρομοίου ποιότητας επιθετικοί προσδιορισμοί για άτομα αναδειχθέντα στις κονίστρες του …«ευ εξαπατάν») εν συνδιασμώ με την εξ ορεινής Ναυπακτίας προέλευσή του).

[xxvi] σερβιτσάλι, το: το κλύσμα

[xxvii] ψολιόγκος, ο: είδος θαλασσίου οργανισμού, ογκώδους και σχετικά κυλινδρικού,  του οποίου τα τεμάχια χρησιμοποιούνταν για δόλωμα. Στο κείμενο η λέξη χρησιμοποιείται μάλλον για τους συνειρμούς που προκαλεί η ηχητική της διάσταση.

[xxviii] φούληδες, οι: οι Αγρινιώτες

[xxix] αλάπα, η: βρομιά της λιμνοθάλασσας, που εμφανίζεται σε μερικά σημεία της κατά καιρούς,  αποτελούμενη από φυτικής προέλευσης υλικά επιπλέοντα στην επιφάνειά της και αναδίδοντα δυσάρεστη οσμή.

[xxx] κώμος, ο: όμιλος διασκεδαστών, η διασκέδαση αυτή καθεαυτή.

[xxxi] Πλώσταινα, η: νησάκι της λιμνοθάλασσας και ομώνυμο ιβάρι (ιχθυοτροφείο) βορειοδυτικά της πόλης. Θάφτηκε και μαζί του έκλεισε μια ολόκληρη εποχή, ως θυσία στο βωμό των συμφερόντων και της επίκτητης ηλιθιότητας.

ΤΕΛΟΣ

neon.gif

neon.gif


Ένα Σχόλιο to “ΣΑΛΤΣΙΝΙΑΣ”

  1. Μάκη, αυτό που διάβασα δεν είναι πόνημα. Είναι η ιστορία της γενιάς μας. Μ΄έκανες και δάκρισα ρε μπαγάσα, γιατί ό,τι έγραψες είναι γεμάτο από παιδικές αναμνήσεις, από τρυφερότητα, από άδολη νεανική Μεσολογγίτικη ψυχή. Δεν ξέρω αν οι νεότεροι θα καταλάβουν κάτι απ’ αυτά που έγραψες, όμως εμείς που τα ζήσαμε και ο Θεός μας έχει ακόμα δυνατούς για να τα θυμόμαστε, θα σε ευγνωμονούμε, όσο ζούμε, που μας έκανες να ξαναζήσουμε τη νιότη μας. Νάσαι καλά ρε φίλε και παλιέ μου γείτονα. Γιώργος Γεωργόπουλος-27.2.2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: